Ο ΚΑΪΝ ΚΑΙ Ο ΆΒΕΛ

Home / Ο ΚΑΪΝ ΚΑΙ Ο ΆΒΕΛ

…ή γιατί να δώσουµε µια ευκαιρία στη µετανάστευση

Η µετανάστευση δεν είναι κάτι καινούργιο, δεν είναι γέννηµα της τωρινής κρίσης. Είναι µια ανάγκη, µια θετική κατάληξη πολλών κρίσεων. Είναι µια πρωτόγονη αναζήτηση του ανθρώπου να αµφισβητήσει το παρόν, να σπάσει αλυσίδες, να αναζητήσει ένα καλύτερο αύριο, να βρει ευκαιρίες, να κριθεί από ανθρώπους που δεν τον ξέρουν, να συγκριθεί µε ισάξιούς του και να προσπαθήσει να κερδίσει, να δοκιµάσει τις δυνάµεις του σε νέους χώρους.

Ο Κάιν είναι γεωργός. Εχει σταθερό χαρακτήρα, συντηρητικές απόψεις, είναι δεµένος µε το χώρο και τον αέρα όπου γεννήθηκε. Πατά γερά στο χώµα, οι κινήσεις του είναι αργές και µεθοδικές. Ο Άβελ είναι ο νεότερος αδελφός. Σαν δευτερότοκος, δεν έχει πολύ χωράφι για να καλλιεργήσει και γίνεται βοσκός. Αυτό τον κάνει ευέλικτο, µετακινούµενο, νοµά. Συχνά ονειρεύεται ξύπνιος. Στην περίοδο των ισχνών αγελάδων (σαν να λέµε στην τότε κρίση), δεν αντέχει τη στασιµότητα και τη µιζέρια· θέλει να πάρει τη ζωή στα χέρια του, να βρει νέους τόπους, εύφορα βοσκοτόπια, καινούριους ορίζοντες. Θέλει να πουλήσει το µερίδιό του και να µεταναστεύσει. Είναι ο πρώτος νοµάς της ανθρωπότητας. Ο πρώτος µετανάστης. Ο Κάϊν τον σκοτώνει.

Έκτοτε, η ιστορία του Αβελ επαναλαµβάνεται. Ευτυχώς, χωρίς την κατάληξη που έδωσε ο Κάιν. Ο άνθρωπος δεν σταµάτησε τη µετανάστευση. Η εσωτερική ανάγκη ή οι συνθήκες, σπρώχνουν συνήθως τους πιό τολµηρούς να αναζητήσουν νέους τόπους. Ιδιαίτερα οι Έλληνες, από τον Οµηρο και τον Ιάσωνα µέχρι τον Ωνάση, συµβάλλανε καθοριστικά στη µετανάστευση επί τρεις χιλιετίες, γράφοντας άπειρες ιστορίες επιτυχίας.

Σήµερα, ο νέος που βιώνει την κρίση µε ανεργία και στερήσεις, έχει τις ακόλουθες επιλογές:

  • Να περιµένει έναν διορισµό στο δηµόσιο. Γι’ αυτό, θα χρειαστεί να διαθέτει άπειρη υποµονή και πολλούς οικονοµικούς πόρους (τη γνωστή “καβάντζα”), διότι κανένας δεν ξέρει πότε και κάτω από ποιες συνθήκες θα ξαναρχίσουν οι διορισµοί. Αν κάποτε αρχίσουν, – προσωπικά, δεν βλέπω προοπτική µέσα στα επόµενα πέντε χρόνια –, ίσως πλέον να έχει ξεπεράσει το όριο ηλικίας.
  • Να ψάξει για δουλειά στον ιδιωτικό τοµέα. Θα χρειαστεί κατάλληλες γνωριµίες, καθώς και χρήσιµη εξειδίκευση. Και πάνω απ’ όλα, υποµονή. Όταν βρει εργασία, πιθανόν να χρειαστεί να αποδεχθεί σκληρούς εργασιακούς όρους, όπως π.χ. απασχόληση ενδεχοµένως χωρίς αµοιβή για κάποια χρονική περίοδο (βλ. εθελοντική εργασία) και στη συνέχεια εκτενή ωράρια, µε µικρή αµοιβή. Όσο περισσότερο συνειδητοποιήσει τώρα, ότι αυτές είναι οι συνθήκες που τον περιµένουν, τόσο ευκολότερα θα ζήσει τα πρώτα, δύσκολα χρόνια.
  • Να δηµιουργήσει κάτι µόνος του (βλ. Startup). Στη σηµερινή, ανταγωνιστική αγορά, θα χρειαστεί να δροµολογήσει ένα από τα ακόλουθα:
    • i.  να βάλει πολλή προσωπική εργασία και να θέσει ανταγωνιστικές τιµές, µε το όποιο ρίσκο φέρει µαζί της αυτή η στρατηγική (ενδεχόµενο µειωµένο περιθώριο κέρδους)
    • ii.  να καινοτοµήσει µε µια νέα ιδέα, (και ποιός δε θα ήθελε να βλέπει καινούριες ιδέες να εµφανίζονται µέσα στην κρίση!)
    • iii.  να στραφεί στον πρωτογενή τοµέα, µε σύγχρονες καλιέργειες ή εκτροφές. Δεδοµένου ότι η επιλογή αυτή προϋποθέτει ριζική αλλαγή τρόπου ζωής και “εσωτερική µετανάστευση” από την πόλη στην ύπαιθρο, η προοπτική αυτή είναι ελκυστική µόνο για λίγους. Είναι κάτι από τα παραπάνω εύκολο; Οχι. Το εµπόριο ήταν ανέκαθεν δύσκολο και απαιτεί κεφάλαια. Οι υπηρεσίες (δικηγόροι, µηχανικοί, τεχνίτες, κ.λπ.) είναι κορεσµένες και αµείβονται ελάχιστα. Η καινοτοµία δεν είναι εύκολη υπόθεση. Με τη σηµερινή τεχνολογική εξέλιξη και την πολυπλοκότητα των υπαρχουσών µηχανισµών και διαδικασιών, η καινοτοµία δηµιουργείται κυρίως στα καλά οργανωµένα εργαστήρια της βιοµηχανίας, και όχι κάνοντας ντούς, πέφτοντας από ένα σκαλί, ή ανάβοντας ένα σπίρτο, όπως λέει ο αστικός µύθος. Μένει, λοιπόν, ο πρωτογενής τοµέας µε προϊόντα ποιότητας, ο οποίος έχει πολλά περιθώρια εξέλιξης. Απαιτεί µακρόπνοο όραµα, σχεδιασµό, αφοσίωση στην ποιότητα. Απαιτεί και ριζική αλλαγή τρόπου ζωής, άλλα ωράρια, νέο περιβάλλον, διαφορετική κοινωνικότητα. Όποιος το τολµήσει, θα ανταµειφθεί γεναιόδωρα από τη µητέρα γη.
  • Να µεταναστεύσει σε µια αναπτυγµένη χώρα, µε ώριµη αγορά και συνθήκες ανταγωνισµού. Εκεί, αφού αποδείξει την αξία του (συνήθως µέσω του βιογραφικού του και µια σειρά συνεντεύξεων), συχνά αρχίζοντας από µια χαµηλά αµειβόµενη θέση τύπου πρακτικής για ένα µικρό διάστηµα, θα ενσωµατωθεί σε ένα ώριµο, αξιοκρατικό και καλά οργανωµένο εργασιακό περιβάλλον. Εκεί, θα αποδώσει µε όλες του τις δυνάµεις, η συνεισφορά του θα αναγνωριστεί και θα ανταµειφθεί ανάλογα. Ο οργανισµός ή η εταιρεία στην οποία θα εργαστεί, θα του δώσει αρµοδιότητες και προαγωγές ανάλογα µε την αξία του και τη συνεισφορά του, και όχι µε βάση το γνωστό κριτήριο “Μπάρµπα στην Κορώνη”.

Μετά από κάποια χρόνια, ο σύγχρονος Οδυσσέας θα επιστρέψει στην Ιθάκη του πιό πλούσιος και κυρίως πιο σοφός.

Εποµένως, υπάρχουν τρεις δύσκολες επιλογές, από τις οποίες η πρώτη (διορισµός στο δηµόσιο) είναι εκτός πραγµατικότητας πια και έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Η τέταρτη επιλογή, η µετανάστευση, δεν είναι εύκολη. Δεν ταιριάζει σε όλους. Απαιτεί προσπάθεια και πολλά ψυχικά αποθέµατα, διότι οι δυσκολίες µπορεί να είναι πολλές. Συµπάσχω µε αυτούς που µετανάστευσαν, προσπάθησαν πολύ, ζήσανε δύσκολους χρόνους σε περιβάλλον που δεν επιλέξανε, αλλά δεν µπορέσανε να προσαρµοστούν. Κατανοώ επίσης αυτούς που λόγω ιδιοσυγκρασίας ή συνθηκών, δεν την τολµούν. Δεν συµµερίζοµαι όµως αυτούς που δεν την εξετάζουν καν, διότι θεωρούν ότι αυτό το κράτος έχει υποχρέωση να τους βρει µια καλά αµειβόµενη απασχόληση (βλ. διορισµός). Ζουν σε άλλη εποχή και ονειρεύονται έναν κρατισµό που κατέρρευσε, διότι χρεοκόπησε. Ή κάποιους άλλους που πιστεύουν ότι µόνο εδώ είναι καλά, µόνο στη Ελλάδα υπάρχει ζωή, όλοι οι υπόλοιποι είναι “απολίτιστοι Βυσιγότθοι”.

Θα µπορούσαµε να δούµε τη µετανάστευση όχι σαν ένα αναγκαίο κακό, αλλά σαν ένα ενδεχόµενο, σαν µια προοπτική, σαν µια διέξοδο. Ειδάλλως, λιγοστεύουµε ακόµα πιο πολύ το λιγoστό νερό στο µισοάδειο ποτήρι µας.

Η πρότασή µου δεν είναι “να παρατήσουµε όλοι την Ελλάδα”. Αντιθέτως. Αυτοί που βρίσκονται στο ζωντανό, παραγωγικό κοµµάτι της κοινωνίας µας, θα µείνουν και θα προσφέρουν πολύτιµες υπηρεσίες εδώ, στους συµπολίτες µας.

Οι νεότεροι, αυτοί που µπήκαν στην αίθουσα του κινηµατογράφου αργά, που βρήκαν όλες τις θέσεις ήδη πιασµένες και πολλούς ορθίους στο διάδροµο, που ακόµα και όρθιοι δεν µπορούν να δουν ούτε ένα µικρό κοµµάτι της οθόνης, που βγαίνουν στο φουαγιέ και περιµένουν µε τις ώρες και δεν βλέπουν κανέναν να βγαίνει, θα συνεχίσουν να περιµένουν; Θα αποφασίσουν να αλλάξουν γειτονιά. Θα πάνε κάπου όπου οι γνώσεις τους θα πιάσουν τόπο, η εργασία τους θα αµειφθεί, θα έχουν χρήµατα και χρόνο να τα επενδύσουν.

Πού, όµως, θα ξοδέψουν τα χρήµατά τους οι Έλληνες του εξωτερικού; Η µεγάλη λαχτάρα του Έλληνα µετανάστη είναι η Ελλάδα. Ιδιαίτερα, αφού δοκιµάσει έστω µια φορά την Κυανή Ακτή της Γαλλίας και άλλη µια τις παραδείσιες παραλίες της Καραϊβικής, θα πεισθεί ότι το ταβερνάκι στη Σίφνο, µια βόλτα στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, το Πόρτο Κατσίκι στη Λευκάδα ή µια παρτίδα τάβλι στο Πάνω Κουφονήσι, έχουν άλλη αξία. Τουλάχιστον γι’ αυτόν. Στην Ελλάδα θα ξοδέψει ένα σεβαστό µέρος από το εισόδηµά του: Θα αγοράσει ένα εξοχικό ή µια ιδιοκτησία για αργότερα. Θα προσπαθήσει να “χτίσει” µια θυγατρική της εταιρείας που εργάζεται. Θα στείλει χρήµατα για να στήσει µε φίλους µια εµπορική ιστοσελίδα. Θα στείλει τα παιδιά του στους παπούδες για να µάθουν καλά Ελληνικά και θα ζήσει ένα αξέχαστο Ελληνικό καλοκαίρι και θα επιστρέψει. Θα δώσει χρήµατα στον “ξάδερφο” που δυσκολεύεται να ζήσει την οικογένειά του, θα φιλοξενήσει τον ανηψιό του που θα ξεκινήσει τις σπουδές του στην ξένη χώρα και θα συµβουλέψει τον φίλο του πώς να κάνει επιχειρηµατικές επαφές στο εξωτερικό.

 

Πόσο πιο χρήσιµος θα ήταν στη χώρα του αν είχε µείνει Ελλάδα;

 

Δεν είναι εύκολο να προτρέπω τους νέους να φύγουν.

Αν είχα επιλογή, θα προτιµούσα η χώρα µου να βρίσκεται σε ανάπτυξη, οι επιχειρηµατίες να κάνουν παραγωγικές επενδύσεις, οι νέοι να βρίσκουν εύκολα εργασία αµέσως µετά το Πανεπιστήµιο στον τοµέα που σπούδασαν, να ξεκινούν µε κέφι και να αξιοποιούν όλη τους τη δηµιουργικότητα, να υπάρχει θεµελιώδης έρευνα και ανάπτυξη υψηλής τεχνολογίας, η Ελλάδα να είναι το παγκόσµιο εργαστήριο Ανανεώσιµων Πηγών Ενέργειας, η εκπαίδευση να βγει από τη µιζέρια στην οποία έπεσε κατόπιν τριών δεκαετιών δικοµµατισµού και ιδιοτελούς συνδικαλισµού, η ανάπτυξη να βοηθά την τέχνη και η τέχνη να φέρνει ανάπτυξη, η δικαιοσύνη να είναι γρήγορη και αµερόληπτη, οι παλαιότεροι να αποσύρονται ευχαριστηµένοι αφήνοντας χώρο στα νιάτα, οι ανά τον κόσµο Έλληνες να επιστρέψουν µε κεφάλαια, ιδέες και διασυνδέσεις, το κράτος και οι τράπεζες να είναι το γερό στήριγµα της επιχειρηµατικότητας, ο τύπος να δίνει τη σωστή πληροφόρηση, να προβάλλει επιτυχίες και να µην είναι καθοδηγούµενος, ο τουρισµός να αναπτύσσεται µε βάση την ποιότητα των προσφεροµένων υπηρεσιών, όλο το χρόνο και όχι µε βάση το “τζάµπα ήλιος και θάλασσα”, οι προσλήψεις σε όλους τους τοµείς να γίνονται αξιοκρατικά…

Στις σελίδες του βιβλίου µου προσφέρω µια εναλλακτική πρόταση. Μια πρόταση που ακολούθησαν ήδη εκατοµµύρια Έλληνες εδώ και 100 χρόνια, κάτω από αντίξοες συνθήκες, µε ελάχιστη ή καθόλου πληροφόρηση, και πέτυχαν. Πέτυχαν όχι µόνο οι ίδιοι, αλλά κατάφεραν και έζησαν τις οικογένειές τους στην Ελλάδα, σπούδασαν νέους, επένδυσαν τα χρήµατά τους στη χώρα, έκαναν ευεργεσίες. Προτρέπω, λοιπόν, τους νέους να επενδύσουν περισσότερο στην προσωπική τους ανάπτυξη, στην απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων που απαιτεί η αγορά, στην εκµάθηση γλωσσών, στη µεγιστοποίηση της γνώσης τους σε προγράµµατα υπολογιστών, στη βελτίωση της γραπτής και προφορικής επικοινωνίας τους. Το µέληµά τους θα πρέπει να είναι αποκλειστικά και µόνο, η προσωπική ανάπτυξη.

Αν χρειάζεται µια ακόµα πιο σαφής απάντηση στα παραπάνω, τότε η δική µου είναι:

Προτιµώ να δω νέους Έλληνες και Ελληνίδες να εργάζονται και να προοδεύουν στο εξωτερικό παρά να είναι άνεργοι στην Ελλάδα.

Διαβάστε περισσότερα στον Οδηγό Καριέρας 2014 | σελίδα 31