Three Cents | Πως 4 φίλοι χώρεσαν όλο το Αιγαίο σε ένα μπουκάλι

Home / Three Cents | Πως 4 φίλοι χώρεσαν όλο το Αιγαίο σε ένα μπουκάλι

Three Cents | Πως 4 φίλοι χώρεσαν όλο το Αιγαίο σε ένα μπουκάλι


 [γράφει η Φωτεινή Γαϊτανλή]

Όταν μία συζήτηση-συνέντευξη με επίκεντρο τη νεανική επιχειρηματικότητα ξεκινά με τη φράση «Με τα παιδιά γνωριζόμαστε από τα μπαρ…» φαντάζεται κάποιος πως, νομοτελειακά, θα καταλήξει σε 2 πράγματα. Τις γυναίκες ή τη μπάλα. Κι όμως, δε συνέβη τίποτε από αυτά.

Η συζήτηση εξελίχθηκε σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες κουβέντες, που μια χούφτα απο τη γενιά των Millennials θα μπορούσαν να έχουν, σε μια χώρα που στερεί ευκαιρίες αλλά τελικά δε στερείται ανθρώπους που τις δημιουργούν.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Εξαφανισμένη σε ένα νησί το καλοκαίρι με θέα το Αιγαίο ανακάλυψα τα μπουκάλια αναψυκτικών Three Cents. Αναμφισβήτητα πρόκειται για το πιο ωραίο branded design packaging σε μπουκάλι αναψυκτικού που έχω δει στην Ελλάδα (ίσως και στο εξωτερικό). Ως marketer που διακατέχεται πλήρως από το σύνδρομο  ότι-είναι-ωραίο-το-αγοράζω-ακόμα-κι-αν-δεν-πίνεται-τρώγεται-χρησιμεύει άνοιξα ένα μπουκάλι με την ελπίδα απλά να ξεδιψάσω αλλά στην πρώτη γουλιά κατάλαβα πώς είναι τελικά να πίνεις chilled (έτσι το έλεγαν στο χωριό μου) το Αιγαίο με φυσαλίδες.

 

img_6354

 

Και σ’ ένα γύρισμα του ανέμου, ψάχνοντας για τα επόμενα πρόσωπα του Up Event 2016, γύρισε και το χέρι μου στο μπουκάλι και διάβασα την ετικέτα.

 

Και κάπως έτσι, ένα μήνα μετά, μια ηλιόλουστη μέρα στα Αναφιώτικα γνώρισα:

 

  • τον Γιώργο Μπάγκο (The Tequilla Expert, world-traveller που έχει παίξει στο How I met Your Mother και έχει κερδίσει τον παγκόσμιο διαγωνισμό του Disaronno “The Mixing Star”),
  • τον Γιώργο Τσιρίκο (που δεν ασχολείται με τη μπάλα, κατεβάζει πειρατικά σειρές και έχει σερβίρει πριν κλείσει τα 30 στα καλύτερα μπαρ του κόσμου στο Λονδίνο) και
  • τον Δημήτρη Νταφόπουλο (που ήθελε πάρα πολύ να γίνει ο Batman αλλά επειδή ήταν πιασμένη η θέση άλλαξε ένα γράμμα και έγινε ένας Barman που στον ελεύθερο χρόνο του διαβάζει οργανική Χημεία και προσπαθεί να μάθει μόνος του Ισπανικά βλέποντας Conan O’ Brien).

 

 

 

Αυθεντικοί, χαμογελαστοί, ανεπιτήδευτοι, με όνειρα, εμπειρία, διάθεση για πολλή δουλειά και πείσμα οι Three Cents μου επιβεβαίωσαν πως οι καλές παρέες γράφουν ιστορία και τίποτα δεν είναι τυχαίο όταν κάνεις αυτό που αγαπάς με πάθος, διαρκές ψάξιμο και προσπάθεια.

Η ιστορία της εταιρίας λίγο πολύ έχει ξαναγραφτεί. 3 barmen και ένας συνεργάτης τους με μια εταιρία διανομής προϊόντων bar φτιάχνουν ελληνικά αναψυκτικά που σαρώνουν τα βραβεία και κατακτούν τις καρδιές των bars και των καταναλωτών σε Ελλάδα και εξωτερικό. Αυτό που ήθελα να μάθω, πέρα απο την ιστορία του προϊόντος, είναι τι τους έφερε μαζί, τι τους κράτησε κοντά στις δυσκολίες και τι τους κάνει να βρίσκουν νόημα σε αυτό που επιχειρούν. Κάπως έτσι βρέθηκαν και στο Stage του Up Event.

3 cents

Αριστερά προς δεξιά: Δ. Νταφόπουλος, Γ. Τσιρίκος και Γ. Μπάγκος.

 

Μου μίλησαν για τη barmaνογέννα Καρδίτσα, τον κο. Κώστα που τους άλλαξε τη ζωή και τους έχει πλέον σαν παιδιά τους, το πικρό ταξίδι της επιστροφής από το Αίγιο που είχαν κατεβάσει πλερέζα και δε μιλιόντουσαν και για τον γραφίστα DJ στο bar που επιμελήθηκε τις ετικέτες των προϊόντων. Αφηγήθηκαν πώς, όλοι μαζί αλλά και καθένας με τη γνώση και την εμπειρία του, συνέβαλαν στη δημιουργία μιας εταιρείας που είναι market leader στην κατηγορία της, εξάγει σε περισσότερες από 15 χώρες πλέον premium αναψυκτικά και έχει πολλά βραβεία ήδη στο ενεργητικό της αλλά πήρε και υποψηφιότητα το 2016 για “καλύτερο προϊόν της χρονιάς” στα ευρωπαϊκά βραβεία Mixology Award’s.

Η παρέα | Δημήτρης Νταφόπουλος, Βασίλης Καλατζής, Γιώργος Μπάγκος και Γιώργος Τσιρίκος

Πως βρεθήκατε μαζί;

Γιώργος Μπ.: Εγώ είμαι ο μεγαλύτερος από τους τρεις. Με τον Γιώργο Τσ. γνωριζόμαστε από τα bar και από το διαγωνισμό (Disaronno) από το 2008. Ο Γιώργος Τσ. είχε φύγει από την Ελλάδα, είχε πάει Λονδίνο. Όταν γύρισε, συζητάγαμε να κάνουμε κάτι. Ταυτόχρονα όμως, υπήρχε και ο Δημήτρης που γνωριζόμαστε από την Καρδίτσα (πηγαίναμε μαζί σχολείο).

Δημήτρης: Εγώ δούλευα σε ένα bar στην Αθήνα στην Κολοκοτρώνη. Αυτό πήγαινε πάρα πολύ καλά, είχε ξεκινήσει μια προσπάθεια να πιάσει την κοκτέιλ σκηνή και απευθύνθηκε σε εμένα. Έτσι έγινα πρώτα ambassador της εταιρείας Granikal και βοήθησα τον Βασίλη (ο 4ος της παρέας) που την έχει, πήγαινα κάποια ταξίδια και προσέλκυσα τον Γιώργο μαζί και πήγαμε κάποια ταξίδια και μαζί, εισάγαμε κάποια προϊόντα κ.λπ.

Και πως “αγαπηθήκατε” τόσο ώστε να αποφασίσετε να κάνετε κάτι μαζί;

Γιώργος Μπ.: Εκείνη τη περίοδο, συζητάγαμε να κάνουμε κάτι, ένα δικό μας προϊόν…

Κάτι συγκεκριμένο;

Γιώργος Μπ.: Κάτι, δεν ξέραμε… Στην ουσία στην αρχή ξεκινήσαμε να κάνουμε σιρόπια για κοκτέιλ.

Δημήτρης: Είναι πράγματα που τα φτιάχνουν πίσω από τα bar, οι barmen μόνοι τους. Και με τον ίδιο τρόπο το κάναμε και εμείς. Και σκεφθήκαμε ότι αυτό μπορεί να είχε νόημα.

Γιώργος Μπ.: Ξεκινάς πρώτα με το να σχεδιάζεις την ιδέα, δηλαδή ότι θα κάνουμε αυτό και να δεις πού μπαίνει στην αγορά. Εμείς είδαμε ότι αυτά τα σιρόπια δεν είχαν χώρο στην αγορά. Δηλαδή υπήρχαν ελληνικά σιρόπια, καλύτερης ή πιο κακής ποιότητας και πάρα πολύ φθηνά, επομένως δεν υπήρχε ούτε χώρος για καινούργιο προϊόν, ούτε κέρδος. Απ’ αυτά πρέπει να βγάλεις κάτι ακριβό και να το πουλάς φθηνά…

Δημήτρης: Και για κάτι το οποίο είναι πάρα πολύ συνηθισμένο στην αγορά. Δεν υπάρχει αγορά θεωρητικά.

Γιώργος Μπ.: Ταυτόχρονα εγώ δούλευα με τον Δημήτρη σ’ ένα bar εδώ στο κέντρο, που είναι τεκιλερί.

Δημήτρης: Και θέλαμε να βρούμε ένα καινούργιο τρόπο να πουλήσουμε τεκίλα στο bar και ο Γιώργος σκέφθηκε την Paloma

Γιώργος Μπ.: Το εθνικό λοιπόν ποτό στο Μεξικό είναι η paloma. Για να φτιάξεις paloma θέλεις grapefruit soda, που υπάρχει μόνο στο Μεξικό, στην Ευρώπη δεν υπάρχει. Οπότε στην ουσία για να φτιάξεις Paloma χωρίς grapefruit soda βάζεις φρέσκο grapefruit. Βασικά μπορείς να κάνεις διάφορες πατέντες. Αλλά δε βγαίνει ωραίο. Ταυτόχρονα εγώ είχα ένα κόλλημα με τα αναψυκτικά και με την ιστορία τους, με διάφορα βιβλία. Οπότε σκέψου την ανάγκη ενός barman να φτιάχνει Paloma και όχι μόνο…

Δημήτρης: Ουσιαστικά μοιραστήκαμε τις γνώσεις που είχε ο καθένας. Θέλαμε να βρούμε ένα καινούργιο τρόπο να πουλήσουμε τεκίλα στο bar και ο Γιώργος σκέφθηκε την Paloma.

Φωτ.: Γιώργος Μπάγκος

 

Γιώργος Μπ.:Δεν την ξέρει κανένας την Paloma. Όλοι ξέρουν την Margarita. Βέβαια στο Mexico δεν πίνει κανένας την Margarita. Γιατί είναι αμερικάνικη φίρμα πρώτα απ’ όλα. Το Μεξικό δεν έχει κουλτούρα…είναι σαν και εμάς. Το μόνο που κάνουν είναι ν’ ανακατεύουν τεκίλα με αναψυκτικό, γιατί υπάρχει και το Batanga που είναι τεκίλα με Coca Cola.

 

Δημήτρης: Ο Γιώργος δούλευε στο Λονδίνο. Το Λονδίνο είχε μία κληρονομιά με τις μπύρες και έχει ασχοληθεί πάρα πολύ μ’ αυτό το κομμάτι. Εγώ στο προηγούμενο bar  που δούλευα είχα ασχοληθεί πάρα πολύ με το τόνικ. Δηλαδή όλα αυτά δεν έγιναν μόνο για το grapefruit soda …είναι μία σειρά από αναψυκτικά στα οποία βρήκαμε χώρο στην αγορά. Δεν υπήρχε κάτι αντίστοιχο εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, ή ότι βρίσκαμε ήταν πάρα πολύ ακριβό και είχε συνέπεια. Δεν μπορείς να βάλεις ένα  υλικό στον κατάλογο και να μην το βρίσκεις. Γιατί ακυρώνεις ένα κοκτέιλ. Και όταν μία κάρτα έχει δέκα κοκτέιλ, μένει να έχεις πέντε στο τέλος.

 

 

 

 

Γιώργος Μπ.: Οπότε ήμασταν μαζί και μία μέρα όπως πίναμε καφέ, λέμε, τα σιρόπια άκυρο παιδιά, δεν βγαίνει, τι να κάνουμε; Και λέω, ρε παιδιά, εγώ φτιάχνω αυτό στο μαγαζί και πιστεύω ότι τα αναψυκτικά έχουν πολύ μέλλον, συν αυτό που έλεγε ο Γιώργος, δεν μας κάλυπτε η ginger μπύρα, αυτό που έλεγε ο Δημήτρης τα τόνικ δεν μας καλύπτανε εντελώς γιατί ήταν ακριβά. Και λέει ο Βασίλης, ξέρω εγώ ένα εργοστάσιο, θέλετε να πάμε να κάνουμε ένα ραντεβού; Και  πήραμε το αμάξι και πήγαμε στο Αίγιο με τα μπουκαλάκια στο χέρι…

Το οποίο είναι εμφιαλωτήριο;

Γιώργος Μπ.:Ναι. Είναι εργοστάσιο που εμφιαλώνει. Από αλκοολούχα τα πάντα μέσα, είναι το μεγαλύτερο στα Βαλκάνια, το οποίο είναι οικογενειακή επιχείρηση. Το έχει ο κ. Κώστας Αναστασόπουλος που είναι τώρα 65 χρονών

Δημήτρης Νταφόπουλος aka The Batman

και είναι σε φάση που αποσύρεται. Και το εργοστάσιο το έχουν αναλάβει τα δύο παιδιά του. Και πήγαμε εκεί λοιπόν και δεν είχαμε και το καλύτερο feedback. Kαι τι μας λέει ο κ. Κώστας; «Ωραία παιδιά, φτιάχνετε εσείς αυτό. Και πού θα το πουλάτε; Και ποιος το ξέρει αυτό; Και πόσο θα πουλήσετε απ’ αυτό το πράγμα;  Και γιατί εγώ ν’ ασχοληθώ σαν εργοστάσιο;» Η ατάκα του ήταν ότι, θέλετε λέει, δύο ελληνικούς, εμένα το δικό μου το μπρίκι ζεσταίνει διακόσιους! Δεν μπορώ να το ανάψω για να κάνω δύο. Δηλαδή δεν τον συνέφερε να κάνει τέτοιες μικρές παραγωγές…

 

 

Δημήτρης: Ήταν πολύ δύσκολο τέλος πάντων για έναν άνθρωπο αυτής της γενιάς, για τον κ. Κώστα εννοώ, να καταλάβει όλο αυτό το πράγμα που είχαμε στο μυαλό μας. Ότι θέλαμε να φτιάξουμε τα αναψυκτικά με έναν λίγο ανορθόδοξο τρόπο, κόντρα στα αναψυκτικά που φτιάχνει αυτή τη στιγμή η ελληνική βιομηχανία. Εντελώς διαφορετικό. Αλλά ήταν πολύ καλό το timing γιατί ουσιαστικά ήταν η ώρα που αναλάμβαναν τα παιδιά του και μας άκουγαν λίγο παραπάνω. Καταλάβαιναν τι συμβαίνει.

 

 

 

Στην αρχή αυτό μας αποθάρρυνε, ότι για ν’ ανοίξεις μία γραμμή παραγωγής και να μπορείς να ξεκινήσεις να βγάλεις ένα προϊόν, για να βγει στην αγορά θέλουν επανάληψη, θέλει συνέχεια, θα έρθουν καινούργιες μακέτες και πάει λέγοντας…Αυτό για ένα «τέρας» όπως είναι ένα εργοστάσιο είναι και κοστοβόρο και χρονοβόρο. Και το πρώτο πράγμα συγκεκριμένα που μας είπαν είναι «Grapefruit; Ποιος θα το πιει αυτό;» Αυτό το πράγμα μας είπαν.

Γιώργος Τσιρίκος: “Grapefruit δεν πίνει κανένας. Τόσα χρόνια όλοι προσπαθούν να φτιάξουν grapefruit και δεν το πίνει κανένας” μας είπαν!

Παρ’ όλα αυτά όμως πηγαίνοντας εκεί, έχετε απλά την ιδέα του να το κάνετε; Έχετε κάνει εκτεταμένη έρευνα στην αγορά; Είχατε κάνει κάποιο πλάνο;

Δημήτρης: Να πούμε κάτι σημαντικό. Σαν άνθρωποι της αγοράς και σαν bar managers, συγκεκριμένα ο Γιώργος που ήταν στο μαγαζί, το ίδιο και εγώ, ξέραμε πώς είναι ν’ αγοράζεις ένα προϊόν. Ξέραμε τις τιμές, ξέραμε κάποια πράγματα από την αγορά. Ο Βασίλης από την άλλη, ήταν άνθρωπος του εμπορίου. Ήξερε πώς να πουλάει ένα προϊόν. Πέρα απ’ αυτά και οι τρεις μας έχουμε δουλέψει στο παρελθόν για εταιρείες. Μεγαλύτερες ή μικρότερες, σαν brand ambassadors, επομένως ξέραμε πώς να πρεσβεύουμε τα προϊόντα. Είχαμε σφαιρική άποψη της αγοράς και των προϊόντων. Ξέραμε δηλαδή τι χρειάζεται για να κάνεις ένα πράγμα.

Γιώργος Τσιρίκος

Αυτό που θέλω να μάθω είναι, αν όλα αυτά ήταν πράγματα τα οποία απλά τα ξέρετε πολύ καλά, γιατί ήσασταν μέσα στην αγορά, ή εάν είχατε ανοίξει και ένα laptop, εάν είχατε πάρει ένα μολύβι και ένα χαρτί και είχατε πει, λοιπόν, για να μπορέσουμε να κάνουμε αυτό, πρέπει να κάνουμε, ένα, δύο, τρία και μπορεί να μας κοστίσει από τόσο μέχρι τόσο. Με  πραγματικούς αριθμούς.

Γιώργος Μπ.: Αυτό κάναμε με τον κ. Κώστα, δηλαδή όταν πήγαμε εκεί και μας είπε «ποιος θα το πιεί αυτό;» μας λέει. Του λέμε, εμείς ξέρουμε τα bar, ξέρουμε τους φίλους μας και μας είπε ότι αυτά είναι μικρά πράγματα. Πρέπει να σκεφθείτε πώς θα γίνει αυτό μεγάλο. Να είναι τουλάχιστον τα νούμερα εφικτά γι’ αυτόν, όσο μικρά και αν είναι. Φυσικά φύγαμε από κει αποκαρδιωμένοι

Φεύγετε λοιπόν χωρίς να κλειστεί κάποια «δουλειά»…

Γιώργος Τσιρίκος: Με το πρώτο ραντεβού ποιος κλείνει δουλειά;

Δημήτρης: Φύγαμε. Εγώ έκλαιγα από τα νεύρα μου.

 

Γιώργος Τσιρίκος: Ο κος Κώστας σε βλέπει σαν “τον πατέρα σου”. Σου λέει, θα πας να κάνεις ένα βήμα τώρα, εσύ θα επενδύσεις, θα κάνεις, θα δείξεις, για να πουλήσεις κάτι που εγώ (σαν επιχειρηματίας) προσωπικά με τα δικά μου τα μάτια δεν βλέπω ότι υπάρχει και αγορά. Εάν εσύ μου βρεις την αγορά, κάνε το βήμα. Αλλά επειδή εγώ, με τα δικά μου τα μάτια βλέπω ότι δεν θα πουλήσεις, γιατί να φτιάξεις κάτι και να φας τα μούτρα σου; Αυτό.

Νομίζω ότι σας έδωσε αυτό το «push» που χρειαζόσασταν για να συνεχίσετε.

Δημήτρης: Ακριβώς, έτσι ακριβώς.

Γιώργος Μπ.:Όταν φύγαμε λοιπόν από εκεί δε μιλιόμασταν καμιά ώρα μέσα στο αμάξι.  Και μετά λέμε, κάτσε, τι γίνεται; Και πήγαμε στο δεύτερο ραντεβού με ένα πιο ολοκληρωμένο πλάνο. Πήγαμε, κάναμε έρευνα και του είπαμε ότι υπάρχουν αυτός, ένα, δύο, τρεις ανταγωνιστές σ’ αυτή την τιμή. Εμείς θα πάμε πιο κάτω. Έχουμε αυτό το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, το άλλο κ.λπ. και έτσι ξεκίνησε ο διάλογος.

Δημήτρης: Τα προϊόντα ήταν ήδη έτοιμα. Τους είχαμε δώσει ουσιαστικά τις συνταγές, δηλαδή ήταν έτοιμα να αναπαραχθούν. Αλλά και αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο να γίνει.

 

Γιώργος Τσιρίκος: Το να πάρεις ένα προϊόν το οποίο το φτιάχνεις μόνο σου σε μικρή κλίμακα και να το βιομηχανοποιήσεις θεωρητικά, είναι πάρα πολύ δύσκολο. Οπότε η όλη διαδικασία από τη στιγμή που τελικά συμφώνησε ο κ. Κώστας να κάνουμε την δουλειά μαζί, μέχρι που στην ουσία να πάρουμε τα πρώτα αποτελέσματα και να φτιαχτεί ένα τελικό προϊόν πέρασαν 4 μήνες. Το οποίο για ένα προϊόν που είναι για μεγάλη παραγωγή, είναι πάρα πολύ δύσκολο. Δηλαδή νομίζω ότι δεν πρέπει να έχει βγει προϊόν πιο γρήγορα απ’ ότι βγήκε το δικό μας.

Ποια τυχαία γεγονότα και συμπτώσεις, βοήθησαν ή οδήγησαν σε όλο αυτό; Υπήρξαν άλλα τυχαία περιστατικά που σας έφθασαν εδώ;

Γιώργος Μπ.: Είναι μία σειρά τυχαίων συμπτώσεων όλα. Όπως γνωρίστηκε ο Δημήτρης με τον Βασίλη. Το πώς βρεθήκαμε σε εκείνο το ραντεβού όλοι μαζί, την χρονική στιγμή που πήγαμε στο Αίγιο, που τα παιδιά του κ Κώστα ήθελαν να κάνουν κάτι καινούργιο. Η χρονική στιγμή που πέσαμε και στην Ελλάδα… Και πέφτουμε και σε μια εμπορική συγκυρία στην Ελλάδα, ο μεγαλύτερός μας ανταγωνιστής άλλαξε χέρια και στην ουσία υπήρχε ένα κενό στην αγορά. Όταν βγήκαμε εμείς, δεν υπήρχε τίποτα άλλο στην αγορά.

Δημήτρης: Λόγω της κρίσης είχαν φύγει πάρα πολύ μεγάλες εταιρείες από την Ελλάδα, πριν 3-4 χρόνια είχε γίνει αυτό και οι γραμμές παραγωγής στην Ελλάδα ήταν ουσιαστικά ανενεργές. Πέρα από τους ανταγωνιστές στην εισαγωγή. Για να παράξεις ένα προϊόν στην Ελλάδα, θα πρέπει να υπάρχει χώρος στις γραμμές παραγωγής. Φεύγοντας οι εταιρείες με την κρίση, ουσιαστικά αυτές οι γραμμές παραγωγής ελευθερώθηκαν. Αλλά καλείσαι να επενδύσεις πάνω στην κρίση. Πάνω στις δυσκολότερες εμπορικές και οικονομικές συγκυρίες.

Άρα μπορούσατε να εκμεταλλευθείτε και ένα μερίδιο της αγοράς;

Δημήτρης: Κατά κάποιο τρόπο ναι, αλλά πού θα βρίσκαμε τα λεφτά;

Πού τα βρήκατε τα λεφτά;

Δημήτρης: Τα βάλαμε όλα.

Γιώργος Μπ.: Μας βοήθησε και πολύ το εργοστάσιο σ’ αυτό. Δηλαδή, επενδύσανε και αυτοί για μας. Στην ουσία, κάναμε και πολλά πράγματα μόνοι μας, δηλαδή τα γραφιστικά τα έκανε ένας φίλος του Γιώργου.

Γιώργος Τσιρίκος: Τον Νίκο τον γνώρισα εγώ στο bar που δούλευε στο Κολωνάκι σαν DJ. Ξέρεις ότι όλοι οι γραφίστες τώρα δεν κάνουν γραφιστική. Ποιος κάνει γραφιστική στην Ελλάδα; Είναι όλοι που κάνουν δεύτερες δουλειές. DJ, το ένα, το άλλο, δεν κάνουν στην ουσία αυτό που έχουν σπουδάσει και ο Νικόλας ήταν σ’ αυτή τη φάση. Ξεκίνησε μας έκανε τότε τον κατάλογο στο μαγαζί που είχαμε τα σχεδιαστικά και όταν αναζητήσαμε γραφίστα, πρότεινα τον Νικόλα και μας έκατσε πάρα πολύ, γιατί και ο Νικόλας είναι στην ηλικία του Δημήτρη, είναι 30 χρονών. Ήταν αυτής ακριβώς της νοοτροπίας που ήμασταν και εμείς. Είχε περάσει από τα bar, ήξερε την αγορά και ήξερε τι αρέσει και στους ανθρώπους πίσω από το bar σαν προϊόντα κ.λπ., οπότε είχε εικόνα για να δημιουργήσει.

Δημήτρης: Όλη η φάση ήταν slow stack. Δηλαδή εκμεταλλευτήκαμε τους πόντους του Βασίλη, την ύπαρξη logistics, hardware, αποθηκών και πάει λέγοντας. Εκμεταλλευθήκαμε τις γνωριμίες μας και όλο αυτό το πράγμα ξεκίνησε, όσο πιο οικονομικά γίνεται, για να είναι μέσα στα δικά μας πλαίσια.

Πριν δύο χρόνια λοιπόν, όταν μπήκατε στο αυτοκίνητο για να πάτε αυτό το ταξίδι, αν σας έλεγε κάποιος ότι, αυτή τη στιγμή, δύο χρόνια σχεδόν μετά, αυτή τη στιγμή θα βρίσκεστε με αυτή τη προσπάθεια, δεν το λέω εταιρεία, γιατί τότε ήταν η ιδέα σας πιο πολύ, σ’ αυτό το σημείο, τι θα λέγατε; Θα το πιστεύατε;

Δημήτρης: Όχι, όχι. Εγώ θα γελούσα, θα έλεγα εντάξει…

Γιώργος Μπ.:Εννοείται πώς δεν το πιστεύαμε αλλά όταν τα βάλαμε λίγο κάτω και είδαμε  Την αγορά, το μέγεθος της αγοράς και αυτά, δεν θα το πιστεύαμε, αλλά δεν θα σου έλεγα και όχι, θα σου έλεγα «ποτέ μη λες ποτέ», ότι μπορεί και να γίνεται.

Δημήτρης: Εγώ θα σου έλεγα, σίγουρα όχι. Θεωρώ, επειδή έχω κάνει και τη δουλειά ουσιαστικά σαν συνεργάτης του Βασίλη στη Granikal του εμπορικού κομματιού, είναι πάρα πολύ δύσκολο. Δεν είναι μόνο η ιδέα. Δεν είναι μόνο να δημιουργήσεις κάτι, γιατί μέχρι και πολύ πρόσφατα το διανείμαμε κιόλας το προϊόν. Επομένως ουσιαστικά όταν ξεκινήσαμε, βρεθήκαμε ουσιαστικά απέναντι σε όλους. Απέναντι στην ελληνική βιομηχανία, απέναντι  στον τρόπο με τον οποίον φτιάχναμε αναψυκτικά, γιατί εμείς κάναμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Απέναντι στους χονδρέμπορους, απέναντι στους διανομείς.

Γιώργος Τσ. : Εντάξει είμαστε αγαπητοί, γιατί είμαστε και χρόνια μέσα, τους ξέρουμε δηλαδή σχεδόν το μεγαλύτερο κομμάτι, εντάξει δεν είμαστε και 200.000 barman στην Ελλάδα. Γνωριζόμαστε όλοι λίγο – πολύ μεταξύ μας. Και εμείς επειδή είχαμε πάρει και μία προβολή παραπάνω με διαγωνισμούς και με τέτοια, μας γνώριζε ο κόσμος, δηλαδή έρχονται ακούνε τα σεμινάριά μας, τους ξέρουμε. Υπήρχε δηλαδή χώρος να πουλήσουμε, αλλά όχι ότι θα ήταν και απαραίτητο ότι θα πουλάγαμε σε όλους αυτούς, ξεκινώντας.

Ποια στοιχεία του χαρακτήρα σας, σας έφεραν κοντά; Και πώς αυτό ήρθε και έδεσε για να μπορέσετε να κάνετε την επιχείρηση;

Γιώργος Τσ. : Το δύσκολο γενικά σε κάθε εγχείρημα και σε κάθε επιχειρείν, είναι το να κάνεις κάτι με κάποιον άλλον. Είναι το πιο δύσκολο πράγμα που υπάρχει αυτή τη στιγμή. Εγώ δηλαδή, έχω δει πολλούς ανθρώπους  να συνεργάζονταν και τελικά να τα σπάνε μετά από ένα χρόνο, ή λιγότερο. Είναι πολύ δύσκολο. Οι σχέσεις των ανθρώπων είναι το πιο δύσκολο πράγμα. Σε μας το ευτύχημα της όλης υπόθεσης είναι ότι είμαστε και οι τέσσερις άνθρωποι που ακούνε. Ένας λόγος για τον οποίον δεν τσακωνόμαστε ποτέ. Δηλαδή μπορεί να είμαστε άνθρωποι οι οποίοι, κάποιοι μεταξύ μας γνωριζόμαστε 2 χρόνια. Εγώ ως πούμε τον Βασίλη τον ξέρω 2 χρόνια. Τον Δημήτρη 4 περίπου. Από το 2013. Τρία χρόνια. Τι σημαίνει αυτό; Το ότι, εάν δεν ήμασταν οι χαρακτήρες που είμαστε, δηλαδή να μπορούμε να συζητήσουμε φυσιολογικά, χωρίς να τσακωνόμαστε, ακούμε όλοι πριν μιλήσουμε, δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε χωριό που λέμε εμείς.

Δημήτρης: Επίσης κάτι που μας δένει πολύ, είναι ότι είμαστε πάρα πολύ ρομαντικοί σ’ αυτό που κάνουμε. Πέραν το ότι ήταν το παιδί μας και το ότι το φτιάχναμε στο χέρι. Ακόμα και ο Βασίλης, ο οποίος είναι ουσιαστικά και ο άνθρωπος της αγοράς, πρόκειται για έναν άνθρωπο ο οποίος μας είδε με ένα εντελώς διαφορετικό μάτι απ’ ότι θα μπορούσε να δει

Three Cents

ένας έμπορος τρεις barmen.

Γιώργος Τσ. : Σε πρώτη φάση δεν πήγαμε να κάνουμε εταιρεία για να βγάλουμε λεφτά. Καταλαβαίνετε τι εννοούμε…Αν πηγαίναμε απευθείας για να πούμε ότι θα κάνουμε λεφτά, όλοι γι’ αυτό τσακώνονται. Εμείς δεν πήγαμε να κάνουμε μία εταιρεία για να βγάλουμε λεφτά. Πήγαμε να κάνουμε μία εταιρεία, γιατί μου άρεσε να συνεργαστώ με τον Δημήτρη, τον Γιώργο και τον Βασίλη και όλο αυτό έδεσε ωραία. Οπότε έτσι πιστεύω ότι μπορείς να ξεκινήσεις κάτι το οποίο δεν θα χαλάσει σύντομα, ή στο μέλλον.

Τι έχουν οι άλλοι δύο που δεν έχεις εσύ; Τι έχει δηλαδή ο Δημήτρης και ο Γιώργος (Τσιρίκος) που δεν έχεις εσύ;

Γιώργος Μπάγκος: Εγώ νομίζω ότι δεν είμαι τόσο δυνατός στο κομμάτι των community. Των δημοσίων σχέσεων, της κοινωνικότητας να το πω έτσι. Ο Δημήτρης είναι πολύ πιο κοινωνικός. Ο Δημήτρης και από αυτό που ξεκινήσαμε και δουλεύαμε μαζί στα bar γενικά, μπορούσε και προσέγγιζε γρήγορα πολύ διαφορετικό κόσμο και μετέδωσε την ιδέα λίγο καλύτερα απ’ όσο θα μπορούσα να την είχα μεταδώσει εγώ.

Γιώργος Τσιρίκος: Με τον Γιώργο Μπ. είμαστε πολύ κοινοί και στον τρόπο σκέψης και στον τρόπο δράσης. Ο Δημήτρης είναι το αντίθετο. Ο Δημήτρης έχει αυτό που δεν έχουμε εμείς. Είναι συνέχεια στην τσίτα. Είναι ο πιο ενεργός. Εμείς είμαστε και λίγο πιο χαλαροί και εντάξει, θα γίνει και μπορεί…

Δημήτρης: Εγώ πώς να στο πω, είμαι μία φωτιά και καίει και μπορεί να τα κάψει όλα. Αυτός είναι η φωνή της λογικής (Γιώργος Τσ.) και αυτός είναι η φωνή της εμπειρίας (Γιώργος Μπ.). Μαζί με τον Βασίλη. Προσπαθώ ν’ ασχολούμαι με όλα. Θέλω να περνάνε όλα από τα χέρια μου, θέλω να τα ξέρω όλα.

Είπατε πριν ότι είναι το παιδί σας αυτό. Επειδή κάποια στιγμή τα παιδιά μεγαλώνουν, τι έχει το αύριο για σας;

Δημήτρης: Να πούμε πλέον κάτι τεχνικό. Δεν τον ενδιαφέρει αυτό τον κόσμο, απλά για να έχει μία βάση η συζήτηση. Ότι πλέον την διανομή στην Ελλάδα δεν την έχουμε εμείς. Την έχει μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες του τομέα, η μεγαλύτερη ελληνική η Άμβυξ, οι οποίοι μας προσέγγισαν και ήθελαν να διανείμουν το προϊόν.

 

 

 

 

Αυτό μου το λες επίσημα και σηματοδοτεί κάτι;

Γιώργος Τσιρίκος: Σηματοδοτεί. Είναι από τα επόμενα βήματα που κάνεις σαν εταιρεία, ένα βήμα μπροστά.

Δημήτρης: Ουσιαστικά το πρόβλημα της διασποράς και των logistics που αντιμετωπίσαμε. Έχουμε μπει τώρα κάτω από την ομπρέλα της μεγαλύτερης ελληνικής εταιρείας, η οποία έχει πολλές δυνατότητες στην αγορά και φερεγγυότητα. Και για να καταλήξουμε, γι’ αυτό που ρώτησες για τις προκλήσεις. Επειδή αυτό το πράγμα μεγαλώνει και δεν είναι πια παιδί και θα συνεχίσει να μεγαλώνει, υπάρχουν πάρα πολλές σκέψεις και πάρα πολλά πράγματα που θέλουμε να κάνουμε. Να επεκταθούμε, πρώτον, όπως είπε και ο Γιώργος Μπ. στο να μάθουμε τον τελικό καταναλωτή, να ζητάει κάτι καλύτερο και να έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις απ’ αυτό που του σερβίρουν σε ένα bar μέχρι αυτό να το φτιάξει κάποιος στο σπίτι μόνος του.

Πιστεύεις πως αυτή τη στιγμή, γιατί τα πράγματα ακόμα είναι δύσκολα για πολλούς τελικούς καταναλωτές, η τιμή σε σχέση με τα υπόλοιπα αναψυκτικά μπορεί να αναδιαμορφώσουν ένα διαφορετικό προϊόν;

Δημήτρης: Σίγουρα αυτό που έχουμε καταλάβει είναι ότι, αυτή η αγορά μέχρι στιγμής δεν υπήρξε στην Ελλάδα και πλέον εμείς την ανοίγουμε. Δηλαδή υπήρχαν αντίστοιχα αναψυκτικά, αλλά δεν τα ήξεραν οι καταναλωτές. Φυσικά είναι η πρώτη φορά που ο καταναλωτής γυρνάει και ζητάει ένα τέτοιο αναψυκτικό σε bar, ή σε καφετέρια και πάει λέγοντας. Και ενδεχομένως τώρα αρχίζει και το ψάχνει και στο super market, ή και οπουδήποτε αλλού.

 

 

 

 

Γιώργος Τσιρίκος: Γενικά ο Έλληνας ζητάει ποιοτικά προϊόντα. Περνάμε και λίγο από τη φάση του να πάρουμε κάτι να πιούμε, ένα αναψυκτικό, μία απλή πορτοκαλάδα, ή μία απλή λεμονάδα. Θέλουν κάτι καλύτερο, όπως το κάνουν με τις πρώτες ύλες, με τα φαγητά, έτσι αντίστοιχα και με το ποτό, είτε είναι αλκοόλ, είτε αναψυκτικό, είτε οτιδήποτε, θα ψάξουν και την ποιότητα. Οπότε έχει βοηθήσει λίγο η κρίση στο να μάθει ο κόσμος να επιλέγει, εκεί που θα δώσει τα λεφτά του, ν’ αξίζουν.

Πείτε μου ο καθένας ένα μότο που έχετε στη ζωή σαν φιλοσοφία ή τρόπο ζωής; Σαν άνθρωποι…

Γιώργος Μπάγκος: Εμένα μου έχει μείνει το, «άμα δεν έχεις εχθρούς, κάτι δεν έχεις κάνει καλά».

Γιώργος Τσιρίκος (γελώντας): Και δεν έχει εχθρούς, να ξέρεις.

Δημήτρης: Επειδή έχω ασχοληθεί με διάφορες δουλειές, έχω κάνει και άλλα πράγματα στη ζωή μου πέρα από bar, θα πω οτι το brand είναι αυτό που λένε πίσω από την πλάτη σου όταν έχεις φύγει από το δωμάτιο. Όταν θα φύγεις από το δωμάτιο αυτό που θα πουν για σένα, είναι η εικόνα του brand που έχουμε.

Γιώργος Τσιρίκος: Εγώ πάντα είμαι υπέρ του, κάνε αυτό που ξέρεις να κάνεις καλύτερα και όλα θα έρθουν. Ούτε πιέζω καταστάσεις, ούτε προσπαθώ πάρα πολύ. Πιστεύω ότι, ότι κάνεις καλά και  με τον τρόπο σου, πάντα θα πετύχεις. Μέχρι στιγμής όλα έχουν πάει καλά, οπότε λειτουργεί το μότο.

Αυτό το ταξίδι που έχεις κάνει με τους 3 φίλους σου, με ποιο ταξίδι θα το παρομοίαζες; Τι είναι; Είναι ταξίδι περιπέτειας; Είναι ταξίδι ζωής; Είναι διασκέδαση;

Γιώργος Μπάγκος: Εξερεύνηση θα το έλεγα. Κάθε μέρα μαθαίνουμε κάτι καινούργιο. Μαθαίνουμε τις εξαγωγές, πώς θα φθάσει ένα μπουκαλάκι στο Ισραήλ, τι πρέπει να κάνουμε; Τι κανόνες έχουν στην Αυστρία για τα τρόφιμα; Πρέπει να μάθουμε καινούργια πράγματα.

Γιώργος Τσιρίκος: Όχι απλά εξερεύνηση. Είναι καινούργιος κόσμος, τελείως.

Δημήτρης: Επίσης να σου πούμε ότι τα κάνουμε όλα μόνοι μας.

Γιώργος Τσιρίκος: Από την εξαγωγή, την επικοινωνία, το marketing, όλα! Homemade!

Γιατί έδωσες στον εαυτό σου την περιγραφή Βatman; (προς τον Δημήτρη)

Δημήτρης: Γιατί ταιριάζει με το barman. Δεν είναι θέμα σούπερ ήρωα. Από μικρός, είναι δύο ζωές. Αυτό είναι που κάνω εγώ αυτή τη στιγμή.

Επειδή δουλεύεις και σα barman;

Δημήτρης: Ναι. Ο Μπρους Γουέιν όταν είναι ο Μπρους Γουέιν είναι και λίγο (μπιπ). Δεν ξέρω εάν τον έχεις δει, είναι play boy, κατάλαβες τι λέω; Εγώ λοιπόν καλούμαι, για να είμαι καλός barman να είμαι λίγο Μπρους Γουέιν. Γιατί έτσι είναι. Και στην άλλη μου δουλειά πρέπει να είμαι ο batman, γιατί πρέπει να τρέχω αυτά όλα.

Εσύ Γιώργο είσαι πού πήγαινες πάρα πολύ καλά στα μαθήματα; 

Γιώργος Τσιρίκος: Ο καλύτερος μαθητής πρέπει να ήμουν στο σχολείο, τι να λέμε τώρα…εγώ ήθελα να γίνω γυμναστής όταν ήμουν στο λύκειο, πήγαινα αθλήματα, έκανα, ήμουν αθλητικός τύπος. Τέλος πάντων, κατάλαβα ότι δεν πήγαινε, δεν έγραψα και τίποτα στις πανελλαδικές, δηλαδή πήρα τα διπλάσια μόρια στα αθλήματα, απ’ ότι στα μαθήματα.

Ξέρεις γιατί σε ρωτάω; Σε ρωτάω γιατί, είμαστε σε μία χώρα γενικώς και σε μία κοινωνία που πολλές φορές και για πάρα πολλά χρόνια, στιγμάτιζε ανθρώπους και παιδιά που δεν μπαίνανε στο πανεπιστήμιο. Που δε γινόντουσαν αρχιτέκτονες, δικηγόροι, γιατροί ή οτιδήποτε σχετικό….

Γιώργος Τσιρίκος: Γι’ αυτό σου είπα και πριν ότι το μότο είναι, ότι εσύ πιστεύεις ότι μπορείς να το κάνεις καλά, κάνε το και όλα θα έρθουν. Εγώ πήγα να ξεκινήσω να σπουδάσω να πάρω ένα χαρτί. Πήγα σε ένα ΙΕΚ Πληροφορικής γιατί ήμουν πάρα πολύ κοντά με τους υπολογιστές από πάρα πολύ μικρή ηλικία.Είδα ότι αυτό το πράγμα δεν με κάλυπτε. Δηλαδή μου άρεσε πιο πολύ σαν χόμπι και να το ψάχνω, παρά να γίνω επαγγελματίας με αυτή τη λογική. Μου άρεσε να κάνω κάτι άλλο. Όταν ξεκίνησα να δουλεύω στην εστίαση, είδα ότι μ’ αρέσει, οπότε άρχισα να το ψάχνω.

Η πρώτη φορά που διάβασα πραγματικά κάτι, ήταν όταν έψαχνα ιστορικά, κοκτέιλ, συνταγές, ιστορίες, δηλαδή εγώ έχω διαβάσει πιο πολύ τελευταία από το 2008 και μετά, παρά όλα τα προηγούμενα χρόνια που ήμουν στο σχολείο. Όταν βρεις κάτι που σ’ ενδιαφέρει, ξαφνικά πέφτεις με τα μούτρα. Και όταν ξέρεις ότι το κάνεις καλά, ή τουλάχιστον πιστεύεις ότι το κάνεις καλά, το ακολουθείς. Εγώ το ακολουθώ τυφλά. Όταν βλέπω ότι κάτι μου αρέσει και μπορώ να το κάνω, το ακολουθώ τυφλά.

Επίλογος: Ο Οδυσσέας Ελύτης έλεγε οτι τα τρία «Τ» της επιτυχίας είναι: ταλέντο, τόλμη και τύχη. Στην περίπτωση των Three Cents, έχει ήδη φανεί πως τα διαθέτουν όλα αυτά. Και, σίγουρα κάτι παραπάνω που κάνει πάντα τη διαφορά. Ήθος και αγάπη γι’αυτό που κάνουν. Το πρώτο τους κάνει καλύτερους επαγγελματίες. Το δεύτερο καλύτερους ανθρώπους. Και αυτά τα δύο μαζί κάνουν έναν σπάνιο και αξεπέραστο συνδυασμό που μπορεί να φέρει μόνο επιτυχίες.

 

 

The End

 

Tip: Τα σεμινάρια

Η εταιρία Three Cents οργανώνει απο καιρού εις καιρόν σεμινάρια ειδικευμένα για barmen. Για περισσότερες πληροφορίες και σχετικά νέα ακολουθήστε τη σελίδα τους στο Facebook.

 

Η εταιρεία | Three Cents

 

12841266_432595246950298_8069612062784248120_oΗ εταιρεία Three Cents δημιουργήθηκε τον Δεκέμβρη του 2014 από τέσσερις φίλους και την αγάπη τους για ποιοτικά προϊόντα. Ορμώμενοι από την αρτεσιανή παραγωγή των αναψυκτικών στις αρχές του 20ου αιώνα και την ιστορία τους, δημιουργούν την πρώτη σειρά ελληνικών premium mixers, δηλαδή αναψυκτικών που προορίζονται και για ανάμειξη για αλκοόλ. Από τους πρώτους μήνες της δημιουργίας τους τα Three Cents λαμβάνουν πολύ υψηλές κριτικές και κερδίζουν αστέρια ποιότητας από διεθνείς φορείς.

Το Difford’s guide ,ένα από τα εγκυρότητα διεθνή site , βαθμολογεί την σειρά των Three Cents με την υψηλότερη βαθμολογία 5+/5 . Το 2016 βρίσκει την εταιρεία υποψήφια στην κατηγορία “καλύτερο προϊόν της χρονιάς” στα ευρωπαϊκά βραβεία Mixology award’s , market leader στην κατηγορία τους στην Ελληνική αγορά και πλέον με εξαγωγές σε περισσότερες από 15 χώρες .