Οι Δεξιότητες και ο Ρόλος τους στην Αγορά Εργασίας

Home / Οι Δεξιότητες και ο Ρόλος τους στην Αγορά Εργασίας

edu_1Στην αγορά εργασίας επικρατεί το εξής παράδοξο: από τη µια, η κρίση έχει διογκώσει σε συντριπτικό βαθµό το ποσοστό της ανεργίας (κυρίως όσον αφορά τις ευάλωτες οµάδες, γυναίκες, νέους κτλ.), ενώ, από την άλλη, υπάρχει ένας σηµαντικός αριθµός κενών θέσεων εργασίας. Σαν να µη θέλουν οι εργοδότες να κάνουν προσλήψεις.

Προφανώς, δεν συµβαίνει αυτό. Απλώς, πλέον έχει παρέλθει, µάλλον ανεπιστρεπτί, η εποχή όπου αρκούσε ένα πτυχίο, ή και ένα µεταπτυχιακό ακόµα, προκειµένου κάποιος να βγει στην αγορά εργασίας και, αργά ή γρήγορα, να ξεκινήσει την επαγγελµατική του σταδιοδροµία. Πλέον το πτυχίο ή/και το µεταπτυχιακό θεωρείται (ανάλογα πάντα µε τη θέση εργασίας) κάτι το δεδοµένο. Με άλλα λόγια, το πρόβληµα δεν είναι τα τυπικά προσόντα. Είναι τα ουσιαστικά. Αυτά τα «ουσιαστικά» αποτελούν πρόβληµα, διότι δεν εντάσσονται απαραίτητα (αν καθόλου) σε κάποιο εκπαιδευτικό πρόγραµµα.

Για να πάρουµε τα πράγµατα από την αρχή και να αντιληφθούµε το µέγεθος του ζητήµατος, αξίζει να δούµε ορισµένα νούµερα. Όπως επισηµαίνει το ενηµερωτικό σηµείο του CEDEFOP (Μάρτιος 2014): «Σύµφωνα µε την πιο πρόσφατη έρευνα για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, που διενεργήθηκε την άνοιξη του 2013, περίπου το 40% των επιχειρήσεων στην ΕΕ δυσκολεύτηκε να βρει εργαζοµένους µε τις κατάλληλες δεξιότητες. Το 2010, σε έρευνα του Ευρωβαρόµετρου, το 33% των εργοδοτών είχε αναφέρει την έλλειψη υποψηφίων µε τα κατάλληλα προσόντα ως τη σηµαντικότερη δυσκολία για την πλήρωση κενών θέσεων. Στην έρευνα της Manpower το 2013 επίσης διαπιστώνεται ότι σε 17 κράτη µέλη, κατά µέσο όρο πάνω από 25% των εργοδοτών αναφέρουν δυσκολίες στελέχωσης. Το 34% των εργοδοτών αυτών τις αποδίδει σε έλλειψη τεχνικών δεξιοτήτων, ενώ το 19% θεωρεί ότι οι υποψήφιοι δεν διαθέτουν ούτε εργασιακές δεξιότητες». Επιπλέον, για να εστιάσουµε στην Ελλάδα, θα πρέπει να λάβουµε υπόψη ότι, σύµφωνα µε τον Διεθνή Οργανισµό Εργασίας, η χώρα µας περιλαµβάνεται ανάµεσα στις 10 χώρες µε το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας (ο ίδιος οργανισµός επισηµαίνει ότι το 2019 το ποσοστό θα πέσει στο 20% για την Ελλάδα και την Ισπανία – ποσοστό που ωστόσο παραµένει υψηλό)· η Eurostat, στα τέλη Ιανουαρίου, έδωσε για την Ελλάδα ποσοστό ανεργίας 25,8%, µε βάση το οποίο η χώρα µας διατηρεί τα θλιβερά πρωτεία στην ΕΕ, µε δεύτερη την Ισπανία (23,7%).

Το ερώτηµα, εποµένως, που θα πρέπει να τεθεί, και να απαντηθεί, είναι το πώς αυτή η κατάσταση µπορεί να βελτιωθεί. Με άλλα λόγια, τι χρειάζεται να γίνει τόσο από τη µεριά των προσώπων όσο και από αυτή την επιχειρήσεων, προκειµένου να αλλάξει προς το καλύτερο το ζοφερό τοπίο που παρουσιάζει η σηµερινή αγορά εργασίας.

Η απάντηση είναι: ανάπτυξη δεξιοτήτων. Όσο όµως εύκολο είναι να δοθεί αυτή η απάντηση τόσο δύσκολο είναι να υλοποιηθεί. Ο πρώτος λόγος είναι ότι, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο (για µια αγορά εργασίας που ζητάει δεξιότητες), αυτό που δεν λείπει από την προσφορά εργασίας είναι οι δεξιότητες. Όπως επισηµαίνει το προαναφερθέν ενηµερωτικό σηµείωµα του CEDEFOP, η αναντιστοιχία δεξιοτήτων χαρακτηρίζει σε σηµαντικό βαθµό τη σύγχρονη πραγµατικότητα στο χώρο της εργασίας. Αυτό δεν σηµαίνει µόνο έλλειψη δεξιοτήτων, προκειµένου να καλυφθούν θέσεις εργασίας που παραµένουν κενές, αλλά και υπερειδίκευση προσώπων, τα οποία εργάζονται σε θέσεις, όπου δεν αξιοποιούνται όλες οι δεξιότητές τους. Συνήθως, θα πρέπει να σηµειωθεί, δεν εστιάζουµε στη δεύτερη περίπτωση, καθώς θεωρούµε ότι τουλάχιστον όσοι εντάσσονται σε αυτήν τουλάχιστον εργάζονται – ωστόσο, αυτό λειτουργεί αρνητικά για την αγορά εργασίας ειδικά και τη χώρα γενικότερα.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι όσοι είναι ήδη στην αγορά εργασίας, είτε έχουν µόλις εισέλθει είτε είναι σε αναζήτηση µιας άλλης, καλύτερης, απασχόλησης, αλλά και όσοι πρόκειται να µπουν, δεν γνωρίζουν ποιες είναι οι δεξιότητες οι οποίες θεωρούνται σηµαντικότερες.

Μια έγκυρη απάντηση σε αυτό το πρόβληµα δίνει το «Key Competences for Lifelong Learning – European Reference Framework» (2007), όπου ορίζονται οκτώ τέτοιες δεξιότητες:

1. Επικοινωνία στη µητρική γλώσσα: Η δεξιότητα αυτή αφορά τη γραπτή και προφορική επικοινωνία σε µια ποικιλία επικοινωνιακών καταστάσεων, καθώς και την παρακολούθηση και προσαρµογή στις απαιτήσεις της εκάστοτε επικοινωνιακής κατάστασης. Επίσης περιλαµβάνει την ικανότητα για διάκριση και χρήση διαφορετικών τύπων κειµένων, καθώς και την αναζήτηση, συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών, τη χρήση βοηθηµάτων, αλλά και την ικανότητα διατύπωσης πειστικών επιχειρηµάτων µέσα στο υπάρχον πλαίσιο.

2. Επικοινωνία σε ξένες γλώσσες: Η αποτελεσµατική χρήση της δεξιότητας αυτής συνίσταται στη γνώση της γραµµατικής και του λεξιλογίου της ξένης γλώσσας, στην ικανότητα χρήσης της, στη γνώση των κοινωνικών συµβάσεων και πολιτιστικών όψεων της χώρας προέλευσης, αλλά και στη δυνατότητα συζήτησης, ανάγνωσης, κατανόησης και γραφής στη γλώσσα αυτή.

3. Μαθηµατική δεξιότητα και βασικές δεξιότητες στην επιστήµη και την τεχνολογία: Εδώ περιλαµβάνονται οι ικανότητες στη χρήση βασικών µαθηµατικών αρχών, αλλά και η παρακολούθηση και αξιολόγηση σειράς επιχειρηµάτων. Με άλλα λόγια, το πρόσωπο χρειάζεται να επιχειρηµατολογεί κατά τρόπο µαθηµατικό, να κατανοεί µαθηµατικές αποδείξεις, να επικοινωνεί µε µαθηµατική γλώσσα και να χρησιµοποιεί τα κατάλληλα βοηθήµατα. Ως προς την επιστήµη και την τεχνολογία, θα πρέπει το πρόσωπο να είναι σε θέση να χρησιµοποιεί βασικά εργαλεία και µηχανές, καθώς και επιστηµονικά δεδοµένα, αλλά και να γνωρίζει τα βασικά χαρακτηριστικά της επιστηµονικής έρευνας και να είναι σε θέση να επικοινωνεί τα αποτέλεσµά της.

4. Ψηφιακή δεξιότητα: Η δεξιότητα αυτή αναφέρεται στην ικανότητα έρευνας, εντοπισµού, συγκέντρωσης και αξιολόγησης πληροφοριών κατά τρόπο συστηµατικό, στην αναγνώριση του σχετικού από το µη σχετικό, την ικανότητα χρήσης του παγκόσµιου ιστού, αλλά και στην ικανότητα χρήσης εργαλείων για την παραγωγή, παρουσίαση και κατανόηση περίπλοκων πληροφοριών.

5. Γνώση του τρόπου µάθησης: Το να ξέρει κανείς πώς να µαθαίνει είναι ιδιαίτερα σηµαντική δεξιότητα, καθώς αφορά την ικανότητα που έχει κάποιος στο να οργανώνει την προσωπική του µάθηση, σε µια εποχή όπου απαιτείται διαρκής µόρφωση. Επίσης αφορά τη γνώση των κατάλληλων διαδικασιών, τον εντοπισµό ευκαιριών για µάθηση, αλλά και την ικανότητα να υπερβαίνονται τα εµπόδια που προκύπτουν κατά τη µαθησιακή διαδικασία. Το πρόσωπο θα πρέπει όχι µόνο να είναι σε θέση να συγκεντρώνεται για ικανό χρονικό διάστηµα, προκειµένου να µάθει κάτι, αλλά και να συνεργάζεται µε άλλους για το σκοπό αυτόν.

6. Κοινωνικές δεξιότητες: Αυτές αναφέρονται σε προσωπικές, διαπροσωπικές και διαπολιτισµικές ικανότητες, προκειµένου να συµµετάσχει κάποιος αποτελεσµατικά στην κοινωνική και επαγγελµατική ζωή. Έτσι θα πρέπει να επικοινωνεί λειτουργικά σε διάφορα περιβάλλοντα, να επιδεικνύει ανοχή, να εκφράζει και να κατανοεί διαφορετικές απόψεις, να µπορεί να δηµιουργεί εµπιστοσύνη, να συµµετέχει σε δράσεις που αφορούν την ευρύτερη κοινωνία κτλ.

7. Αίσθηση πρωτοβουλίας και επιχειρηµατικότητας: Αυτή η δεξιότητα αναφέρεται στην ικανότητα που έχει κάποιος να µετατρέπει µια ιδέα σε πράξη. Εµπεριέχει δηµιουργικότητα, καινοτοµία, ανάληψη ρίσκου, αλλά και την ικανότητα διαχείρισης ενός προγράµµατος, προκειµένου να επιτευχθούν συγκεκριµένοι στόχοι.

8. Πολιτιστική ευαισθησία και έκφραση: Η δεξιότητα αυτή αναφέρεται στη δυνατότητα δηµιουργικής έκφρασης ιδεών, εµπειριών και συναισθηµάτων µε διάφορα µέσα, π.χ. µουσική, performance, λογοτεχνία και οπτικές τέχνες. Η καλλιτεχνική έκφραση είναι σηµαντική για την ανάπτυξη των δηµιουργικών δεξιοτήτων.

Οι παραπάνω δεξιότητες φανερώνουν µια διαφορετική όψη της αγοράς εργασίας. Πλέον, οι ανάγκες δεν περιορίζονται σε µια «ξερή» γνώση, είτε χρειάζεται αυτή να ανανεώνεται είτε όχι. Αφορούν το πρόσωπο, όχι µόνο στην επαγγελµατική αλλά και στην προσωπική και κοινωνική του διάσταση. Με άλλα λόγια, η αγορά εργασίας δεν αναζητά πλέον κινούµενες «µηχανές» συγκεκριµένης γνώσης, αλλά πρόσωπα που µπορούν να λειτουργήσουν ως πρόσωπα και να αλληλεπιδράσουν µε τους άλλους κατά τρόπο αποτελεσµατικό, τόσο σε επαγγελµατικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Συνεπώς, όπως παρατηρείται και στο «New Skills for New Jobs: Action Now» που έχει συντάξει ειδική οµάδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον εντοπισµό των κατάλληλων δεξιοτήτων (Φεβρουάριος 2010), οι δεξιότητες αποτελούν ένα «οικοσύστηµα», µέσα στο οποίο βρίσκονται σε διαρκή αλληλεπίδραση τα πρόσωπα, οι εργοδότες αλλά και το ευρύτερο οικονοµικό και κοινωνικό πλαίσιο της κοινωνίας. Όπως επισηµαίνει η οµάδα αυτή, τα βελτιωµένα επίπεδα δεξιότητας βοηθούν το πρόσωπο να µπει στην αγορά εργασίας, να µείνει αλλά και να εξελιχθεί.

Αναφέρθηκε παραπάνω ότι το ζήτηµα των δεξιοτήτων αφορά και τις ίδιες τις επιχειρήσεις. Αυτό σηµαίνει ότι ο εργοδότης δεν χρειάζεται να περιµένει να του χτυπήσει την πόρτα το κατάλληλο πρόσωπο µε τις κατάλληλες δεξιότητες. Από τη στιγµή που έχει ανάγκη από συγκεκριµένες δεξιότητες, οφείλει να φροντίσει ώστε να τις διαµορφώσει σε κάποιον ή κάποιους από τους ήδη υπάρχοντες υπαλλήλους του. Με άλλα λόγια, οι ίδιες οι επιχειρήσεις θα πρέπει να φροντίζουν για την επιµόρφωση των υπαλλήλων τους. Η σηµασία της ενδοεργασιακής κατάρτισης έχει ήδη γίνει αντιληπτή από επιχειρήσεις σε διάφορους κλάδους και ήδη γίνονται προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση [χαρακτηριστική είναι η µελέτη «Ενδοεργασιακή κατάρτιση σε συνεργασία – Προτάσεις για νέες µορφές επαγγελµατικής κατάρτισης στην Ελλάδα» που έχει εκπονήσει το GOVET (German Office for International Cooperation in Vocational Education and Training)].

Η «ανακάλυψη» των δεξιοτήτων είναι απόρροια της αποτυχίας του προηγούµενου µοντέλου εργασίας, όπου επιζητείτο µια ανθρώπινη µηχανή, η οποία να έχει την ικανότητα να επιτελεί ορισµένες λειτουργίες. Πρόκειται για τάση της οποίας οι πηγές πάνε πολύ πίσω, στις αρχές της Βιοµηχανικής Επανάστασης και στην προσπάθεια µηχανοποίησης του ανθρώπου, µέσα από την επιδίωξη της εντατικοποίησης της εργασίας και τη, συνακόλουθη, αύξηση της παραγωγής. Ωστόσο, σήµερα, µε την εστίαση στις δεξιότητες, εµµέσως πλην σαφώς, αναγνωρίζεται η αποτυχία του συστήµατος αυτού. Το ενδιαφέρον ωστόσο είναι ότι έχουµε µια στροφή προς την αναζήτηση προσώπων και όχι απλώς υπαλλήλων σε µια εποχή όπου απαξιώνονται οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήµες, δηλαδή αυτές που σηµαντικά συµβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση. Αλλά αυτό είναι µια άλλη συζήτηση.

 

Μιχάλης Κατσιµίτσης, PhD,

Επιστηµονικός Συνεργάτης του Προγράµµατος Συµπληρωµατικής εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης (E-Learning) (http://elearn.elke.uoa.gr) του Κέντρου Συνεχιζόµενης Εκπαίδευσης και Επιµόρφωσης του Πανεπιστηµίου Αθηνών