Αναζήτηση Εργασίας

Home / Αναζήτηση Εργασίας

Μια αγελάδα μια φορά…

Κάθε χρόνο, ξεκινάµε τον Οδηγό Καριέρας µε µια ενότητα που την αφιερώνουµε στην ενθάρρυνση και την αποκατάσταση από όλα τα συναισθήµατα που µας έχει προκαλέσει η ανεργία που βιώνει η χώρα µας. Κυρίως, όµως, µε ένα εισαγωγικό mini-manual που έχει ως σκοπό να κινητοποιήσει όλους τους αναγνώστες να κυνηγήσουν τα όνειρα και τα “θέλω” τους, κόντρα στις συνθήκες και τα εµπόδια που συναντούν. Φέτος, θα σας προτείνουµε νοήµατα και θα παρέχουµε την ίδια και περισσότερη στήριξη, µέσα από µια διδακτική ιστορία που άλλαξε τη ζωή αρκετών ανθρώπων, τις σκέψεις και τις αντιλήψεις τους. Τους άλλαξε τόσο, που το αύριο φάνταζε διαφορετικό και απαλλαγµένο από… “αγελάδες”. Ελπίζουµε να την απολαύσετε, θα µπορούσε να είναι πέρα για πέρα αληθινή.

Καλή δύναµη!
Διδακτική ιστορία: Μια αγελάδα µια φορά…

Μια φορά κι έναν καιρό, ένας σοφός δάσκαλος ήθελε να διδάξει σε έναν µαθητή του τα µυστικά της ευτυχισµένης και επιτυχηµένης ζωής. Γνωρίζοντας τα πολλά περιττά εµπόδια και τις δυσκολίες που οι περισσότεροι άνθρωποι αντιµετωπίζουν στην αναζήτηση της ευτυχίας, σκέφτηκε ότι στο 1o µάθηµα, θα έπρεπε να του εξηγήσει γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι ζουν µέτριες και συνηθισµένες ζωές. Άλλωστε, σκέφτηκε ο γέροντας, πολλοί άνθρωποι δείχνουν αδύναµοι να ξεπεράσουν τα κωλύµατα που παρεµποδίζουν την επιτυχία τους και καταλήγουν να ζουν µια µη ικανοποιητική και µετά βίας ανεκτή ζωή. Ο δάσκαλος ήξερε ότι, για να κατανοήσει ο νέος αυτό το πολύ σηµαντικό µάθηµα, θα έπρεπε να δει µε τα ίδια του τα µάτια τι συµβαίνει όταν επιτρέπουµε στη µετριότητα να κυβερνά τη ζωή µας.

Για να διδάξει αυτά τα σηµαντικά µαθήµατα, αποφάσισε να κάνουν ένα ταξίδι µε τον µαθητή του και να επισκεφθούν ένα από τα πιο φτωχά χωριά της επαρχίας τους. Αθλιότητα και εγκατάλειψη επικρατούσε σε ολόκληρη την περιοχή και οι κάτοικοι έδειχναν να έχουν συµβιβαστεί µε την τύχη τους. Λίγο µετά την άφιξή τους, ο δάσκαλος ζήτησε από τον νέο να τον βοηθήσει να βρουν το πιο φτωχικό σπίτι στην περιοχή. Εκεί θα έµεναν το βράδυ. Αφού περπάτησαν για λίγο, έφτασαν στα περίχωρα. Κι εκεί, στη µέση του πουθενά, οι δύο άντρες σταµάτησαν µπροστά στην πιο ρηµαγµένη και µικρή καλύβα που είχαν δει ποτέ.

Το οίκηµα, έτοιµο να καταρρεύσει, ήταν χτισµένο στην πιο µακρινή άκρη µιας µικρής οµάδας σπιτιών. Αναµφίβολα, ήταν της πιο φτωχής οικογένειας. Οι τοίχοι στέκονταν όρθιοι από θαύµα, απειλώντας ανά πάσα στιγµή να γκρεµιστούν. Το νερό εισχωρούσε από την πρόχειρη αυτοσχέδια στέγη, που έδειχνε ανίκανη να κρατήσει οτιδήποτε µακριά, ενώ διάφορα σκουπίδια στοιβάζονταν γύρω γύρω από το σπίτι, κάνοντας ακόµα χειρότερη τη ρηµαγµένη του όψη. Ο ιδιοκτήτης, αφού ενηµερώθηκε για την παρουσία των δύο ξένων από ένα µικρό παιδί, βγήκε έξω και τους απηύθυνε θερµό χαιρετισµό. “Γεια σου κι εσένα, καλέ µου άνθρωπε”, απάντησε ο δάσκαλος. “Θα µπορούσαν δυο κουρασµένοι ταξιδιώτες να βρουν καταφύγιο στο σπίτι σου για το βράδυ;”

“Επικρατεί συνωστισµός στο σπίτι, αλλά, αν αυτό δε σας πειράζει, είστε καλοδεχούµενοι”. Όταν οι δύο άντρες µπήκαν µέσα, ένιωσαν έκπληξη µόλις συνειδητοποίησαν ότι ο µικροσκοπικός χώρος, που δεν ήταν µεγαλύτερος από 14 τετραγωνικά µέτρα, αποτελούσε το σπίτι οκτώ ατόµων. Ο πατέρας, η µητέρα, τα τέσσερα παιδιά και οι δύο παππούδες έκαναν ό,τι καλύτερο µπορούσαν για να τους προσφέρουν λίγο χώρο, κάτω από αυτές τις περιοριστικές συνθήκες. Το απεριποίητο και οδυνηρά αδύνατο σώµα τους και τα κουρελιασµένα ρούχα τους ήταν ατράνταχτες αποδείξεις των βασικών ελλείψεων της καθηµερινής τους ζωής. Τα λυπηµένα πρόσωπα και τα σκυφτά τους κεφάλια πρόδιδαν ότι η φτώχεια δεν είχε καταβάλει µόνο το κορµί τους, αλλά είχε ριζώσει βαθιά µέσα τους.

Οι δύο επισκέπτες κοίταξαν τριγύρω, αναλογιζόµενοι αν υπήρχε κάτι που να αξίζει µέσα σ’ αυτή την έσχατη ένδεια. Δεν υπήρχε τίποτα! Αλλά καθώς βγήκαν από το σπίτι, συνειδητοποίησαν ότι έκαναν λάθος. Παραδόξως, η οικογένεια είχε την πιο ασυνήθιστη περιουσία – αρκετά εντυπωσιακή δεδοµένων των συνθηκών. Είχαν µια ΑΓΕΛΑΔΑ.

Η αγελάδα δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά η καθηµερινή ζωή και οι δραστηριότητες της οικογένειας φαίνεται ότι περιστρέφονταν γύρω από την αγελάδα. “Τάισε την αγελάδα”, “Φρόντισε η αγελάδα να έχει αρκετό νερό”, “Δέσε καλά την αγελάδα”, “Μην ξεχάσεις να πας την αγελάδα να βοσκήσει”, “Άρµεξε την αγελάδα!”. Ήταν φανερό ότι η αγελάδα έπαιζε κυρίαρχο ρόλο στη ζωή της οικογένειας, παρόλο που το ελάχιστο γάλα που έβγαζε µετά βίας, αρκούσε για να τους θρέψει όλους. H αγελάδα όµως φαίνεται ότι εξυπηρετούσε έναν ακόµα µεγαλύτερο σκοπό: ήταν το µόνο πράγµα που τους προστάτευε από την απόλυτη και έσχατη δυστυχία. Σε ένα µέρος όπου όλα τα αγαθά ήταν λιγοστά, το να έχουν στην κατοχή τους µια τέτοια πολύτιµη περιουσία προκαλούσε τον σεβασµό, αν όχι τον φθόνο, των γειτόνων τους.

Εκεί λοιπόν, µέσα στη βροµιά και την ακαταστασία, ο δάσκαλος κι ο µαθητής ξάπλωσαν για να περάσουν το βράδυ. Το επόµενο πρωί, πριν το ξηµέρωµα και προσέχοντας να µην ξυπνήσουν κανέναν, οι δύο ταξιδιώτες έφυγαν για να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Ο µαθητής κοίταξε τριγύρω του σαν να προσπαθούσε να φωτογραφίσει µε τον νου του το φρικτό µέρος. Για να είµαστε ειλικρινείς, δεν ήταν βέβαιος ότι είχε καταλάβει το µάθηµα που ο δάσκαλος ήθελε να του διδάξει. Ωστόσο, πριν συνεχίσουν την πορεία τους, ο γέροντας του ψιθύρισε: “Ήρθε η ώρα να µάθεις το µάθηµα που µας έφερε σε αυτό τον θλιβερό τόπο”. Κατά τη διάρκεια της σύντοµης επίσκεψής τους, είχαν γίνει µάρτυρες µιας ζωής σχεδόν πλήρους εγκατάλειψης, αλλά ο νέος δεν ήταν σίγουρος για την αιτία της φρικτής ζωής που περνούσε η οικογένεια. Πώς είχαν επιτρέψει στον εαυτό τους να φτάσει σε αυτό το σηµείο; Τι τους κρατούσε εκεί;

Ο δάσκαλος περπάτησε αργά προς την αγελάδα, η οποία ήταν δεµένη σε έναν ασταθή φράχτη, είκοσι µέτρα περίπου από το σπίτι. Όταν βρέθηκαν περίπου ένα βήµα από το ζώο, έβγαλε ένα στιλέτο από τη θήκη που κουβαλούσε. Ο µαθητής παραξενεύτηκε. Όταν ο γέροντας ύψωσε ξαφνικά το χέρι του, ο νέος σοκαρίστηκε συνειδητοποιώντας τι επρόκειτο να συµβεί. Παρακολουθούσε, χωρίς να µπορεί να πιστέψει στα µάτια του, τον δάσκαλό του να κόβει τον λαιµό της αγελάδας µε µια γρήγορη κίνηση. Το µοιραίο πλήγµα έκανε το ζώο να καταρρεύσει σιωπηλά στο έδαφος. Ο µαθητής βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους αµηχανίας. “Τι έκανες δάσκαλε;” είπε ψιθυρίζοντας µε αγωνία για να µην ξυπνήσει την οικογένεια. “Πώς µπόρεσες να σκοτώσεις το κακόµοιρο το ζώο; Τι είδους µάθηµα είναι αυτό που θα ρηµάξει την οικογένεια; Αυτή ήταν η µόνη περιουσία τους. Τι θα απογίνουν τώρα;”

Χωρίς να δείχνει προβληµατισµένος από την ανησυχία του νέου και αγνοώντας τις ερωτήσεις, ο δάσκαλος προχώρησε, αφήνοντας πίσω του τη µακάβρια σκηνή, εµφανώς αδιάφορος για τη µοίρα που περίµενε τη φτωχή οικογένεια µετά την απώλεια του ζώου. Μπερδεµένος ακόµα, ο µαθητής ακολούθησε τον δάσκαλο καθώς συνέχιζαν το ταξίδι τους. Κι έτσι κι έγινε. Αυτή η φτωχή οικογένεια έπρεπε να αντιµετωπίσει µια αβέβαιη ζωή γεµάτη δυσκολίες και την πιθανότητα µιας ακόµη µεγαλύτερης µιζέριας. Τις επόµενες µέρες, η τροµακτική ιδέα ότι η οικογένεια θα πέθαινε της πείνας χωρίς την αγελάδα της στοίχειωνε τον µαθητή. Τι άλλο θα µπορούσε να συµπεράνει µετά την απώλεια της µοναδικής πηγής τροφής; Αυτές οι σκέψεις τον βασάνιζαν για µήνες. Περισσότερο απ’ όλα, όµως, ένιωθε απογοητευµένος µε τον εαυτό του που ποτέ δε ρώτησε τον δάσκαλό του για τα γεγονότα εκείνου του φρικτού πρωινού.

Ένας χρόνος πέρασε, και ένα απόγευµα ο δάσκαλος πρότεινε στον µαθητή να επιστρέψουν στο µικρό χωριό για να δουν τι είχε απογίνει η οικογένεια. Η αναφορά και µόνο του επεισοδίου που θα νόµιζε κανείς ότι είχε λησµονηθεί προ πολλού, ήταν αρκετή για να ξυπνήσει τις ζωντανές µνήµες ενός µαθήµατος που, ακόµα και µετά από τόσο καιρό, ο νέος δεν είχε πλήρως καταλάβει. Για µια ακόµα φορά, ο νους του κατακλύστηκε από σκέψεις για τη φτωχή οικογένεια και τον ρόλο που είχε παίξει ο ίδιος στη µοίρα τους. Τι να είχαν απογίνει; Επέζησαν µετά απ’ αυτό το βαρύ πλήγµα; Μπόρεσαν να ξεκινήσουν µια καινούρια ζωή; Θα µπορούσε να τους αντικρίσει µετά απ’ αυτό που είχε γίνει; Παρά τις ενοχλητικές αυτές σκέψεις δέχτηκε απρόθυµα, και µε µισή καρδιά ξεκίνησε το ταξίδι που θα έριχνε φως στο θλιβερό επεισόδιο του περασµένου χρόνου.

Μετά από πολλές µέρες ταξιδιού, οι δύο άντρες έφτασαν στο χωριό. Έψαχναν µάταια για το σπίτι. Ο γύρω χώρος έµοιαζε ίδιος, αλλά η καλύβα, στην οποία είχαν περάσει το βράδυ τους πριν από έναν χρόνο, δεν υπήρχε πια. Αντιθέτως, ένα καινούριο και πολύ ωραιότερο σπίτι είχε χτιστεί στο ίδιο σηµείο. Σταµάτησαν και κοίταξαν προς όλες τις κατευθύνσεις για να βεβαιωθούν ότι πράγµατι βρίσκονταν στο σωστό µέρος. Ο νέος φοβόταν ότι ο θάνατος του ζώου είχε σταθεί ένα πλήγµα που η φτωχή οικογένεια ήταν δύσκολο να ξεπεράσει. Ίσως να τους είχαν διώξει από το σπίτι και µια άλλη οικογένεια µε λίγο καλύτερη τύχη να είχε πάρει τη γη τους και να έχτισε αυτό το καινούριο σπίτι. Τι άλλο θα µπορούσε να τους είχε συµβεί; Ίσως η ντροπή να τους είχε κάνει να φύγουν.

Ενώ αυτές οι σκέψεις τριγύριζαν στον νου του, ταλαντευόταν µεταξύ δύο αποφάσεων: να βρει τι είχε συµβεί στην οικογένεια ή απλώς να συνεχίσει τον δρόµο του, αποφεύγοντας το δυσάρεστο έργο της επιβεβαίωσης των χειρότερων υποψιών του. Επέλεξε να µάθει –έπρεπε να µάθει – και έτσι χτύπησε την πόρτα και περίµενε. Μετά από λίγο, ένας πολύ ευχάριστος άντρας φάνηκε στην πόρτα. Στην αρχή ο µαθητής δεν τον αναγνώρισε. Ωστόσο, δεν µπόρεσε να κρύψει την έκπληξη του όταν συνειδητοποίησε, ότι ήταν το ίδιο άτοµο που τους είχε προσφέρει καταφύγιο πριν από έναν χρόνο. Ήταν σίγουρα ο ίδιος άντρας, αλλά κάτι είχε αλλάξει πάνω του. Φορούσε καθαρά ρούχα και ήταν πολύ περιποιηµένος. Ήταν χαµογελαστός και το βλέµµα του είχε µια λάµψη. Ήταν σαφές ότι κάτι αρκετά σηµαντικό είχε συµβεί στη ζωή του.

Ο νεαρός µαθητής σχεδόν δεν µπορούσε να πιστέψει στα µάτια του. Πώς ήταν δυνατόν; Τι θα µπορούσε να είχε συµβεί µέσα σε έναν χρόνο; Χαιρέτησε αµέσως τον άντρα και χωρίς να χάσει καιρό άρχισε να τον ρωτά για την καλή τύχη που προφανώς είχε χτυπήσει την πόρτα στον ίδιο και την οικογένειά του. “Πριν από µόλις έναν χρόνο, κατά τη σύντοµη παραµονή µας εδώ”, είπε ο νέος, “φάνηκε ότι ζούσατε κάτω από τις πιο δυσµενείς και απελπιστικές συνθήκες. Σας παρακαλώ, πείτε µου τι συνέβη από τότε και τα πράγµατα άλλαξαν τόσο πολύ. Ποια ήταν η αιτία της καλής σας τύχης;”

Ανύποπτος για το γεγονός ότι οι δύο ταξιδιώτες ήταν υπεύθυνοι για τη σφαγή της αγελάδας του, ο άντρας τούς προσκάλεσε µέσα και µοιράστηκε µαζί τους µια απίστευτη ιστορία – µια ιστορία που θα άλλαζε για πάντα τη ζωή του νέου. Τους διηγήθηκε ότι, συµπτωµατικά, την ίδια µέρα που είχαν φύγει, κάποιος παλιάνθρωπος, που πιθανότατα ζήλευε τη λιγοστή τους τύχη, είχε σφαγιάσει άγρια το κακόµοιρο ζώο. “Πρέπει να οµολογήσω”, είπε ο άντρας, “ότι η πρώτη µας αντίδραση ήταν η πλήρης απελπισία και το άγχος. Για πολύ καιρό, το γάλα της αγελάδας ήταν ο µόνος µας πόρος. Εκτός απ’ αυτό, το ζώο ήταν η µόνη µας περιουσία• η ζωή µας εξαρτιόταν απ’ αυτήν. Η αγελάδα ήταν το επίκεντρο της καθηµερινής µας ύπαρξης και, ειλικρινά, η κατοχή της και µόνο µας έδινε µια αίσθηση ασφάλειας και έτσι κερδίζαµε και τον σεβασµό των γειτόνων µας.

Λίγο µετά από εκείνη την τραγική µέρα, συνειδητοποιή­σαµε ότι, αν δεν κάναµε κάτι, θα πηγαίναµε γρήγορα από το κακό στο χειρότερο. Είχαµε φτάσει στον πάτο χωρίς το ζώο. Χρειαζόµασταν τροφή για εµάς και τα παιδιά µας. Καθαρίσαµε λοιπόν µια µικρή έκταση γης πίσω από το σπίτι και φυτέψαµε µερικούς σπόρους λαχανικών. Έτσι, καταφέραµε να επιβιώσουµε τους πρώτους µήνες µετά την τραγική µέρα. Μετά από λίγο καιρό, συνειδητοποιήσαµε ότι ο µικρός κήπος παρήγε περισσότερα λαχανικά απ’ όσα χρειαζόµασταν εµείς οι ίδιοι. Σκεφτήκαµε ότι, αν µπορούσαµε να πουλάµε τα υπόλοιπα στους γείτονές µας, θα είχαµε τη δυνατότητα να αγοράσουµε περισσότερους σπόρους. Έτσι κι έγινε, και σύντοµα υπήρχε αρκετή τροφή για µας και πολύ περισσότερη για να πουλήσουµε στην αγορά της πόλης”.

“Έτσι συνέβη!” είπε µε ενθουσιασµό ο άντρας. “Για πρώτη φορά στη ζωή µας, είχαµε κάποια χρήµατα για τροφή και ρούχα. Από κει και πέρα ξέραµε ότι υπήρχε ελπίδα για µια καινούρια ζωή, µια ζωή που δε φανταζόµασταν και δεν ονειρευόµασταν ότι θα ήταν δυνατή. Τον τελευταίο µήνα µπορέσαµε να χτίσουµε αυτό το µικρό σπίτι. Είναι σαν η απώλεια της αγελάδας να µας άνοιξε τα µάτια για µια καινούρια και ευτυχισµένη ζωή”.

Ο νέος ένιωσε κατάπληκτος από την ιστορία. Τελικά, κατάλαβε το µάθηµα που ο αγαπηµένος του δάσκαλος ήθελε να του διδάξει. Ήταν φανερό ότι ο θάνατος της αγελάδας δεν ήταν στην ουσία το τέλος της οικογένειας, όπως ο ίδιος φοβόταν, αλλά η αρχή µιας καινούριας ζωής γεµάτης από καλύτερες ευκαιρίες. Ο δάσκαλος, που παρέµενε σιωπηλός σε όλη τη διάρκεια της επιβλητικής οµολογίας, πήρε τον µαθητή του παράµερα και ρώτησε: “Πιστεύεις ότι η οικογένεια θα είχε επιτύχει τόσο πολλά τον τελευταίο χρόνο αν είχε ακόµα την αγελάδα της;” “Μάλλον όχι”, απάντησε ο νέος χωρίς δισταγµό. “Τώρα καταλαβαίνεις; Η αγελάδα που τόσο αγαπούσαν και περιποιούνταν ως πολύτιµη περιουσία ήταν αυτή που στην πραγµατικότητα τους κρατούσε δέσµιους σε µια ζωή φτώχειας και µετριότητας. Τους παρηγορούσε η ιδέα ότι η αγελάδα τους προστάτευε από τη συντριβή. Αλλά µόνο όταν έχασαν αυτή την ψεύτικη ασφάλεια αναγκάστηκαν να στρέψουν το βλέµµα τους προς µια νέα κατεύθυνση”.

“Με άλλα λόγια, η αγελάδα, την οποία οι γείτονες θεωρούσαν ευλογηµένη, τους έκανε να νιώθουν ότι δε ζούσαν µέσα στην απόλυτη φτώχεια, ενώ στην ουσία ζούσαν µέσα σε απόλυτη µιζέρια”, παρατήρησε ο µαθητής. “Ακριβώς”, απάντησε ο γέροντας. “Αυτό συµβαίνει όταν πείθεις τον εαυτό σου ότι το λίγο που έχεις είναι παραπάνω κι από αρκετό. Η σκέψη αυτή από µόνη της γίνεται µια βαριά αλυσίδα που σε εµποδίζει να αναζητήσεις κάτι καλύτερο. Η υποχωρητικότητα αρχίζει να κυβερνά τη ζωή σου. Μαθαίνεις να αποδέχεσαι τις καταστάσεις, παρόλο που δεν είσαι καθόλου ικανοποιηµένος απ’ αυτές. Ξέρεις ότι δεν είσαι ευτυχισµένος µε τη ζωή σου, αλλά δεν είσαι και τελείως δυστυχισµένος. Είσαι απογοητευµένος µε τη ζωή που αντιµετωπίζεις, αλλά δε σε ενοχλεί τόσο ώστε να κάνεις κάτι γι’ αυτό. Βλέπεις πόσο τραγικό είναι αυτό;

Όταν έχεις µια δουλειά που δε σου αρέσει, που ποτέ δε θα σου επιτρέψει να ικανοποιήσεις τις πιο βασικές σου ανάγκες και δε σου παρέχει προσωπική ικανοποίηση ή τη ζωή που επιθυµείς, η απόφαση να παραιτηθείς και να βρεις µια καλύτερη δουλειά είναι εύκολη. Αλλά όταν αυτή η δουλειά σου επιτρέπει να πληρώνεις τα χρέη, να επιβιώνεις ή ακόµα και να απολαµβάνεις µικρές ανέσεις, είναι πολύ εύκολο να πέσεις στην παγίδα του να είναι ικανοποιηµένος που τουλάχιστον έχεις κάτι. Άλλωστε, η λογική σού λέει ότι κάποιοι άνθρωποι θα ήταν ευγνώµονες για αυτή τη δουλειά.

Όπως συνέβαινε και µε την αγελάδα, αυτή η στάση θα σε κρατάει πάντα πίσω. Αν δεν απαλλαγείς απ’ αυτήν, δε θα µπορέσεις ποτέ να βιώσεις κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που ήδη γνωρίζεις. Θα καταδικαστείς να είσαι ισόβιο θύµα των περιορισµών που εσύ ο ίδιος επέβαλες στην ύπαρξή σου. Είναι σχεδόν σαν να έχεις αποφασίσει να κλείσεις τα µάτια σου στην αφετηρία της διαδροµής και να προσεύχεσαι για το καλύτερο”.

Ο µαθητής στεκόταν χαµένος στις σκέψεις του. Ήταν εντυπωσιασµένος από τις παρατηρήσεις του δασκάλου του και άρχισε να βλέπει το προφανές. “Όλοι έχουµε αγελάδες στη ζωή µας. Κουβαλάµε το βαρύ φορτίο των λανθασµένων πεποιθήσεων, των προφάσεων, των φόβων και των δικαιολογιών µας. Το τραγικό είναι ότι όλοι αυτοί οι περιορισµοί, που επιβάλλουµε στον εαυτό µας, µας κρατούν δέσµιους µιας µέτριας ζωής”. “Όχι µόνο αυτό”, πρόσθεσε ο γέροντας. “Πολλοί άνθρωποι διατηρούν και προβάλλουν πεισµατικά τις προφάσεις που αφορούν το γιατί δεν µπορούν να ζήσουν τη ζωή που πάντα ονειρεύονταν. Κατασκευάζουν σχεδόν πιστευτές δικαιολογίες για να εξηγήσουν στους άλλους τις καταστάσεις και ύστερα συνεχίζουν να ζουν µια ζωή εσωτερικής ταραχής, καθώς συνειδητοποιούν ότι αυτές οι εξηγήσεις, αν και πειστικές για τους άλλους, δεν έχουν καµία αξία για τους ίδιους”.

“Τι υπέροχο µάθηµα”, αναλογίστηκε ο νέος, αρχίζοντας άµεσα την καταγραφή των δικών του αγελάδων. Κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου ταξιδιού, εξέτασε προσεκτικά τους περιορισµούς που είχε θέσει σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Υποσχέθηκε να εξαλείψει όλες εκείνες τις πεποιθήσεις που τον κρατούσαν δέσµιο µιας µέτριας ύπαρξης και τον εµπόδιζαν να αξιοποιήσει το πλήρες δυναµικό του. Αναµφίβολα, σκέφτηκε, εκείνη η µέρα σηµάδεψε το ξεκίνηµα µιας νέας ζωής, µιας ύπαρξης ελεύθερης από αγελάδες.

[Από το βιβλίο “Μια αγελάδα, µια φορά…” του Dr. Camilo Cruz (εκδόσεις Πατάκη)]

 

 

Διαβάστε περισσότερα στον Οδηγό Καριέρας 2015 | σελίδα 6